Ο υπουργός Επικρατείας εξηγεί γιατί το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν αποτυπώνει την αγοραστική δύναμη των μισθών και παραθέτει τα στοιχεία της Eurostat για Ελλάδα και Βουλγαρία.

Στην κριτική της αντιπολίτευσης για την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων και τη σύγκριση της Ελλάδας με τη Βουλγαρία απαντά ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, επικαλούμενος τα στοιχεία της Eurostat και επισημαίνοντας ότι η εικόνα της ελληνικής οικονομίας και του βιοτικού επιπέδου δεν μπορεί να αποτυπωθεί από έναν μόνο δείκτη. Όπως εξηγεί, η σύγκριση Ελλάδας και Βουλγαρίας με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), όπου και οι δύο χώρες βρίσκονται το 2025 στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες και οι Βούλγαροι έχουν την ίδια αγοραστική δύναμη, καθώς ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά το παραγόμενο προϊόν ανά κάτοικο και την παραγωγικότητα της οικονομίας και όχι το πραγματικό εισόδημα ή την αγοραστική δύναμη των μισθών. Ο κ. Σκέρτσος παραπέμπει στην Πραγματική Ατομική Κατανάλωση (AIC), όπου η Ελλάδα βρίσκεται στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ, αλλά και στα στοιχεία της Eurostat για τον κατώτατο μισθό σε όρους αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με τα οποία τον Ιούλιο του 2026 ο ελληνικός κατώτατος μισθός διαμορφωνόταν στις 1.229 μονάδες PPS, έναντι 993 μονάδων στη Βουλγαρία, καταγράφοντας έτσι περίπου 24% υψηλότερη αγοραστική δύναμη. Παράλληλα, σε ονομαστικούς όρους, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 1.073 ευρώ τον μήνα σε δωδεκάμηνη βάση, έναντι περίπου 620 ευρώ στη Βουλγαρία, με τη διαφορά να φτάνει τα 453 ευρώ τον μήνα.

Στα στοιχεία της Eurostat αναφορικά με την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων σε σύγκριση με τη Βουλγαρία αναφέρεται σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος.

Η κριτική στην αντιπολίτευση

Ο κ. Σκέρτσος σχολιάζει σε ανάρτησή του στο Facebook την κριτική της αντιπολίτευσης η οποία βασίζεται στον δείκτη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), όπου για το 2025 Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, σημειώνοντας ότι ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει το παραγόμενο προϊόν ανά κάτοικο και την παραγωγικότητα της οικονομίας και όχι το πραγματικό εισόδημα ή την αγοραστική δύναμη των μισθών.

Όπως επισημαίνει, «η ίδια η Eurostat χρησιμοποιεί διαφορετικούς δείκτες για το ερώτημα που θέλουμε να απαντήσουμε. Για την υλική ευημερία των νοικοκυριών χρησιμοποιεί την "πραγματική ατομική κατανάλωση - AIC" και για την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού χρησιμοποιεί τον "κατώτατο μισθό προσαρμοσμένο σε PPS"».

Τα στοιχεία 

Αναφερόμενος στην Πραγματική Ατομική Κατανάλωση (AIC), σημειώνει ότι «το 2025 η Ελλάδα στον δείκτη αυτόν βρίσκεται στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ. Δηλαδή 12 μονάδες πάνω από το 68% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS. Και κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται 6 χώρες της ΕΕ».

Όσον αφορά την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού, ο υπουργός Επικρατείας υπογραμμίζει ότι «τον Ιούλιο του 2026, σε Ελλάδα και Βουλγαρία ο κατώτατος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) ήταν: Ελλάδα 1.229 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), Βουλγαρία 993 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS). Δηλαδή ο ελληνικός κατώτατος μισθός έχει περίπου 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τον βουλγαρικό. Η Ελλάδα βρίσκεται στη 14η θέση μεταξύ των 22 χωρών της ΕΕ με εθνικό κατώτατο μισθό, ενώ η Βουλγαρία στην 20ή».

Παράλληλα, προσθέτει ότι «σε ονομαστικούς όρους, ο κατώτατος μισθός αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 1.073 ευρώ τον μήνα στην Ελλάδα, σε δωδεκάμηνη βάση, έναντι περίπου 620 ευρώ στη Βουλγαρία. Η διαφορά είναι 453 ευρώ τον μήνα».

Το κόστος ζωής 

Σχετικά με την προσαρμογή στο κόστος ζωής, ο κ. Σκέρτσος τονίζει ότι «αλλά και μετά από αυτήν την προσαρμογή σε PPS πάλι δεν έχουμε την ίδια αγοραστική δύναμη στους μισθούς Ελλάδας και Βουλγαρίας. Αντίθετα, μετά την προσαρμογή για τις διαφορετικές τιμές, ο ελληνικός κατώτατος μισθός διατηρεί 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από την Βουλγαρία και στο ενδιάμεσο υπάρχουν χώρες όπως οι Κύπρος, Μάλτα, Σλοβακία, Ουγγαρία, Τσεχία».

Χαρακτηρίζει παράλληλα ως στατιστική υπεραπλούστευση τη συγκεκριμένη σύγκριση, αναφέροντας ότι «το "Ελλάδα = Βουλγαρία" επειδή δύο χώρες έχουν το ίδιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS είναι μια στατιστική υπεραπλούστευση που γίνεται είτε εκ του πονηρού είτε από άγνοια αλλά σίγουρα δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση όταν εξετάσουμε το ερώτημα που πραγματικά μας ενδιαφέρει».

Καταλήγοντας, ο υπουργός Επικρατείας σημειώνει ότι «το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι ο μισθός. Ο μισθός δεν είναι η κατανάλωση. Και κανένας μεμονωμένος δείκτης δεν μπορεί μόνος του να περιγράψει το βιοτικό επίπεδο μιας κοινωνίας», προσθέτοντας πως «οι αριθμοί είναι χρήσιμοι μόνο όταν τους χρησιμοποιούμε για να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα - όχι για να την παρερμηνεύσουμε ή για να χωρέσουμε την πραγματικότητα σε ένα πολιτικό σύνθημα ή ένα συγκεκριμένο πολιτικό αφήγημα».