Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δέχεται τώρα επικρίσεις και επιθέσεις διότι έκανε το έργο που του είχε ανατεθεί εγκρίνοντας αιτήματα των αρμοδίων Αρχών.

Η φράση στελέχους του ΠΑΣΟΚ ότι δεν χρειάζονται αποδείξεις που να πιστοποιούν τους ισχυρισμούς περί πιέσεων του Μεγάρου Μαξίμου προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποτελεί ενδεχομένως τη συνέχεια της λογικής που κυριάρχησε την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ όταν η γραμμή ήταν «στείλτε τους στον εισαγγελέα κι ας αποδείξουν ότι δεν είναι ένοχοι...».

Αν κάποιος κάνει ένα βήμα πίσω και σκεφτεί τι ακριβώς σημαίνει αυτό το σκεπτικό και το συνδυάσει με τις επιθέσεις που έχει δεχθεί –και συνεχίζει να δέχεται– ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μάλλον δεν θα αισθανθεί και πολύ… άνετα για το σκεπτικό που κυριαρχεί στα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία στο σύνολό τους καταγγέλλουν τον Κωνσταντίνο Τζαβέλλα μετά την απόφασή του να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των παρακολουθήσεων καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία.

Πλέον βρίσκεται στο στόχαστρο όσων έχουν επενδύσει πολιτικά στο θέμα αυτό και διότι διετέλεσε επικεφαλής εισαγγελέας στην ΕΥΠ και είχε υπογράψει νόμιμες επισυνδέσεις ακολουθώντας το γράμμα του νόμου, κάτι που έχουν κάνει προκάτοχοί του και διάδοχοί του μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες.

Στηλιτεύεται δε και το γεγονός ότι ως μάρτυρας στην Εξεταστική Επιτροπή που είχε γίνει δεν είπε τους λόγους για τους οποίους γίνονταν οι –το τονίζουμε– νόμιμες επισυνδέσεις καθώς και ότι επικαλέστηκε το απόρρητο που εκ της θέσεως που είχε προκύπτει.

Δηλαδή ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δέχεται τώρα επικρίσεις και επιθέσεις διότι έκανε το έργο που του είχε ανατεθεί και ακολούθησε τις νόμιμες –έχει σημασία αυτό– επισυνδέσεις εγκρίνοντας αιτήματα των αρμοδίων αρχών.

Και όλο αυτό έχει οδηγήσει στο να βρίσκεται στο επίκεντρο επιθέσεων από πολιτικά κόμματα και από εξωγενείς παράγοντες με τη λογική που ανέφερε και το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ότι δεν χρειάζονται αποδείξεις, αρκεί που υπάρχουν οι ισχυρισμοί, οι οποίοι όμως προέρχονται απ’ αυτούς που του επιτίθενται.

Τραγέλαφος. Ναι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι αν τα πράγματα δεν ήταν σοβαρά και για τον θεσμό της Δικαιοσύνης, που βάλλεται ανοιχτά. Αρκεί να σημειωθεί πως ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ζήτησε την παραίτηση του εισαγγελέως –προκαλώντας την αντίδραση της Ενώσεως Εισαγγελέων– κινούμενος στην ίδια λογική.

Μια κίνηση πρωτοφανής στα χρονικά, αν υπολογίσει κανείς ότι ο σύλλογος και όχι ένας μεμονωμένος δικηγόρος θέτει θέμα για μια απόφαση –επί της ουσίας– με την οποία διαφωνεί ή μάλλον διαφωνούν, πλειοψηφικά, οι εκπρόσωποι των δικηγόρων της Αθήνας. Παραμένουμε, όμως, στο «δεν χρειάζονται αποδείξεις».

Μήπως αυτό θυμίζει λίγο από ξυλολιάδα; Μήπως, ακόμη χειρότερα, θυμίζει άλλες εποχές; Μήπως παραπέμπει σε λαϊκά δικαστήρια ή σε δίκες που γίνονταν άλλες εποχές, σε άλλες χώρες, που ακόμη και σήμερα κάποιοι θαυμάζουν; Διότι αυτό ήταν και το σκεπτικό, για παράδειγμα, στις Δίκες της Μόσχας, ή στις δίκες που ελάμβαναν και λαμβάνουν χώρα σε απολυταρχικά καθεστώτα. Ότι δεν απαιτούνται αποδείξεις, αρκεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιουργείται απ’ αυτούς που δεν χρειάζονται αποδείξεις.

Καλώς ή κακώς –καλώς για τις δημοκρατίες, κακώς για τ’ άλλα καθεστώτα– και αποδείξεις χρειάζονται για να κατηγορήσεις κάποιον και να επιβεβαιώνονται αυτές. Η θεωρία τού να αποδείξει αυτός που κατηγορείται ότι είναι αθώος και όχι αυτός που κατηγορεί για την όποια ενοχή μόνο τρόμο προκαλεί.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».