Απάντηση της Ένωσης Εισαγγελέων στο αίτημα μιας ισχνής τελικά πλειοψηφίας 12 μελών του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας για παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα.

«Η διατύπωση τέτοιου αιτήματος εκτός κάθε συνταγματικά και νομοθετικά προβλεπόμενου πλαισίου συνιστά ευθεία και ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, προσβάλλει τον θεσμό και προσεγγίζει τα χαρακτηριστικά θεσμικής εκτροπής».

Η θέση αυτή της Ένωσης Εισαγγελέων συμπυκνώνει με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τις θέσεις σχεδόν σύσσωμου του νομικού κόσμου της χώρας στο αίτημα μιας ισχνής τελικά πλειοψηφίας 12 μελών του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, τα οποία αιτούνται την παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, επειδή έθεσε στο αρχείο την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.

Και λέμε ισχνή διότι ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας (63 συνολικά με τον σύλλογο της Αθήνας), Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, δεν διολίσθησε στις θέσεις της οριακής πλειοψηφίας του ΔΣ.

Αν και είναι πρωτοφανής κίνηση πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου να μη συντάσσεται με την πλειοψηφία των μελών του ΔΣ, εν τούτοις με τη στάση του τιμά και υπηρετεί στον μέγιστο βαθμό τον θεσμικό ρόλο των Δικηγορικών Συλλόγων, όπως αυτός διατυπώνεται και στην ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, η οποία ναι μεν επισημαίνει πως «η προάσπιση του κράτους δικαίου αποτελεί αδιαπραγμάτευτο πρόσταγμα για το δικηγορικό σώμα, άμεσα συνδεόμενο με τον θεσμικό ρόλο, που η ίδια η πολιτεία επιφύλαξε στους Δικηγορικούς Συλλόγους ως θεματοφυλάκων των δημοκρατικών θεσμών και του δημοσίου συμφέροντος», αφετέρου δε δεν νοείται επίθεση σε ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό, πόσο μάλλον να ζητήσει την παραίτησή του.

Ο διαχωρισμός της θέσης του προέδρου του ΔΣΑ από τις αντιθεσμικές θέσεις της πλειοψηφίας και η ταύτισή του με τις θέσεις σύσσωμου του νομικού κόσμου της χώρας, αφού είναι και πρόεδρος όλων των Δικηγορικών Συλλόγων, αφήνει έκθετους και τραγικά μόνους τους 12 συμβούλους που ψήφισαν υπέρ του αιτήματος παραίτησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Πρώτη η Ένωση Εισαγγελέων με ανακοίνωσή της καταδίκασε απερίφραστα τη ληφθείσα κατά πλειοψηφία απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί υποβολής αιτήματος παραίτησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην οποία μεταξύ άλλων υπογράμμισε: «Η απονομή της δικαιοσύνης διέπεται αποκλειστικά από το σύνταγμα και τους νόμους και δεν υπόκειται σε πιέσεις ή παρεμβάσεις που επιχειρούν να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση ή να υποκαταστήσουν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες ελέγχου.

Τέτοιες ενέργειες ιδίως όταν εκδηλώνονται από θεσμικούς συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης πλήττουν ευθέως το κύρος της και διαταράσσουν την ισορροπία των λειτουργιών της πολιτείας. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι αδιαπραγμάτευτη και η Ένωση Εισαγγελέων θα συνεχίσει να τη διαφυλάσσει με κάθε θεσμικά προβλεπόμενο μέσο, στηρίζοντας εμπράκτως τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, ανεξαρτήτως βαθμού, έναντι κάθε απόπειρας παρέμβασης ή αμφισβήτησης του έργου τους».

Για συμμετοχή σε πολιτική-κομματική αντιπαράθεση με όρους και ύφος φοιτητικού συνδικαλισμού, που πλήττει βάναυσα την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη και υπονομεύει τη Δημοκρατία και το κράτος δικαίου, κάνει λόγο και ο Δημήτρης Αναστασόπουλος, επικεφαλής της παράταξης του ΔΣΑ «Με Το Δικηγόρο» και πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Νομικών e-Θέμις, δηλώνοντας στο «Μανιφέστο»: «Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών αποτελεί έναν από τους βασικούς θεματοφύλακες του κράτους δικαίου. Την αποστολή του αυτή μπορεί να υπηρετήσει μόνον όταν με νηφαλιότητα και νομικά επιχειρήματα αντιπαρατίθεται σε αποφάσεις της Δικαιοσύνης που χρήζουν κριτικής. Και όχι όταν αποφασίζει να συμμετάσχει στην πολιτική-κομματική αντιπαράθεση με όρους και ύφος φοιτητικού συνδικαλισμού, όπως πρόσφατα έπραξε με την, κατά πλειοψηφία, απόφασή του για το ζήτημα των υποκλοπών, ζητώντας την παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Πλήττοντας τόσο βάναυσα την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη εν τέλει υπονομεύει την ίδια τη Δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία των δικηγόρων απαιτεί από τον Σύλλογό μας να υπηρετεί τις αρχές και τις αξίες του λειτουργήματός μας, μακριά από κομματικές ή άλλες σκοπιμότητες».

Για την ανάγκη να γίνεται με θεσμικούς όρους και σεβασμό στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης η αξιολόγηση των σχετικών αποφάσεων (υποκλοπές), υπονοώντας ότι πρέπει να εκλείπουν τα κομματικά κριτήρια, κάνει λόγο σε δήλωσή του στο «Μανιφέστο» και ο αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Ζώης Σταυρόπουλος, ο οποίος συντάχθηκε με τη μειοψηφία. «Η συζήτηση για τις υποκλοπές και τη σχετική εισαγγελική διάταξη αναδεικνύει τη σημασία της θεσμικής λειτουργίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Σε υποθέσεις με ιδιαίτερη βαρύτητα είναι εύλογο να τίθενται ερωτήματα ως προς τη διαδικασία, τη δικαστηριακή πρακτική και την αιτιολογία των κρίσεων. Η διατύπωση τέτοιων ερωτημάτων εντάσσεται στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου και συμβάλλει στη διαφάνεια. Παράλληλα, η αξιολόγηση των σχετικών αποφάσεων οφείλει να γίνεται με θεσμικούς όρους και με σεβασμό στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Η σταθερότητα των κριτηρίων και η σαφής αιτιολόγηση ενισχύουν την αξιοπιστία των θεσμών και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας».

Να υπενθυμίσουμε για την ιστορία ότι και στο παρελθόν μερίδα συνδικαλιστών του Δικηγορικού Συλλόγου «υιοθέτησαν» αβασάνιστα θεωρίες συνωμοσίας και συγκάλυψης στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, μιλώντας για την ύπαρξη ξυλολίου και άλλων χημικών που προκάλεσαν την έκρηξη και για συμμετοχή της εισαγγελέως Εφετών Λάρισας που βρήκε τον γιο της νεκρό στις έρευνες για το δυστύχημα, οι οποίες αποδείχθηκαν στην πορεία πέρα για πέρα ανυπόστατες και αναληθείς.