Ισραηλινή έκθεση καταγράφει άμεσες μαρτυρίες επιζώντων για επιθέσεις, ενώ διασώστες περιγράφουν επαναλαμβανόμενες ενδείξεις κακοποίησης σε πολλαπλά σημεία του χώρου που διεξήχθη το φεστιβάλ Supernova.
Η νέα ισραηλινή έκθεση για την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 δεν αφορά απλώς ακόμη ένα επεισόδιο της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης. Αφορά την καταγραφή μιας μορφής βίας που, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, χρησιμοποιήθηκε συστηματικά ως εργαλείο τρόμου κατά αμάχων.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σκοτεινό στοιχείο της επίθεσης της Χαμάς: η μετατροπή της σεξουαλικής βίας σε μέσο πολεμικής ταπείνωσης, εξευτελισμού και ψυχολογικής διάλυσης.
Η έκθεση βασίζεται σε έναν τεράστιο όγκο υλικού: πάνω από 10.000 φωτογραφίες και βίντεο, περισσότερες από 1.800 ώρες ανάλυσης οπτικού υλικού και πάνω από 430 καταθέσεις από επιζώντες, αυτόπτες μάρτυρες, πρώην ομήρους, διασώστες, ιατροδικαστές και συγγενείς θυμάτων. Το μέγεθος αυτό δεν επιτρέπει εύκολες απορρίψεις περί «μεμονωμένων ισχυρισμών» ή «προπαγάνδας πολέμου». Αντίθετα, δείχνει μια οργανωμένη προσπάθεια τεκμηρίωσης γεγονότων που εκτυλίχθηκαν ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία του Νότιου Ισραήλ και της Γάζας.
Η έκθεση εντοπίζει ενδείξεις σεξουαλικής βίας σε διαφορετικές τοποθεσίες: στο φεστιβάλ Nova, σε κιμπούτς κοντά στη Γάζα αλλά και στην ίδια τη Λωρίδα, σε δρόμους διαφυγής αμάχων και σε στρατιωτικές βάσεις που δέχθηκαν επίθεση. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η επανάληψη παρόμοιων καταγγελιών σε διαφορετικά σημεία και κατά την ίδια χρονική περίοδο. Αυτό είναι που οδηγεί τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για αποσπασματικές πράξεις μεμονωμένων δραστών, αλλά για σχέδιο χρήσης βίας που εφαρμόστηκε κατά γράμμα.
Το Φεστιβάλ Supernova αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Περίπου 3.500 έως 4.000 νέοι άνθρωποι βρέθηκαν παγιδευμένοι μέσα σε λίγες ώρες απόλυτου χάους. Η αιφνιδιαστική επίθεση της Χαμάς προκάλεσε συνολικά τον θάνατο 1.221 ανθρώπων. Παράλληλα, 251 άτομα απήχθησαν, εκ των οποίων 44 είχαν ήδη σκοτωθεί κατά την απαγωγή τους ή πέθαναν αργότερα. Από τους 207 ομήρους που μεταφέρθηκαν ζωντανοί στη Γάζα, οι 41 δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Οι τελευταίοι 20 ζωντανοί όμηροι απελευθερώθηκαν τον Οκτώβριο του 2025, ύστερα από έντονες πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η έκθεση καταγράφει άμεσες μαρτυρίες επιζώντων για σεξουαλικές επιθέσεις, ενώ διασώστες περιγράφουν επαναλαμβανόμενες ενδείξεις κακοποίησης σε πολλαπλά σημεία του χώρου. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Ραζ Κοέν ότι «οι άνδρες της Χαμάς έβγαλαν μια γυναίκα από το όχημα, της έβγαλαν τα ρούχα και τη βίασαν. Τη μαχαίρωσαν επανειλημμένα, σκοτώνοντάς την και συνέχισαν να τη βιάζουν και μετά τον θάνατό της». Οι εικόνες που προκύπτουν από τις καταθέσεις και τα οπτικά δεδομένα δεν παραπέμπουν μόνο σε μια μαζική σφαγή, αλλά σε μια μορφή βίας που επιχειρούσε να συντρίψει και να εξευτελίσει τα θύματα ακόμη και μετά τον θάνατό τους.
Η έκθεση κάνει λόγο για περίπου 150 περιστατικά με ενδείξεις σεξουαλικής βίας. Οι ίδιοι οι συντάκτες παραδέχονται ότι ο πραγματικός αριθμός ενδέχεται να είναι μεγαλύτερος, λόγω καταστροφής στοιχείων, απουσίας επιζώντων μαρτύρων και της κατάστασης των σορών. Δεκάδες ιατροδικαστικά ευρήματα χαρακτηρίζονται «συμβατά με σεξουαλική κακοποίηση», παρότι σε πολλές περιπτώσεις η πλήρης επιβεβαίωση είναι αδύνατη.
Αυτό ακριβώς είναι και το ιστορικά κρίσιμο σημείο. Στις περισσότερες περιπτώσεις μαζικής βίας, η πλήρης δικαστική τεκμηρίωση έρχεται χρόνια αργότερα – αν έρθει ποτέ. Όμως η απουσία απόλυτης τεκμηρίωσης σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση δεν αναιρεί τη συνολική εικόνα, όταν εκατοντάδες καταθέσεις, χιλιάδες ώρες υλικού και πολλαπλές ανεξάρτητες πηγές συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Η έκθεση δεν περιγράφει μόνο μια τρομοκρατική επίθεση μεγάλης κλίμακας. Περιγράφει τη χρήση της σεξουαλικής βίας ως εργαλείου πολέμου και ιδεολογικού τρόμου απέναντι σε άμαχο και νεανικό πληθυσμό. Και εδώ αρχίζει η πολιτική υποκρισία της διεθνούς κοινότητας.
Η Χαμάς απορρίπτει, προφανώς, πλήρως τις κατηγορίες. Όμως ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζουν το περιεχόμενο της έκθεσης με μια εκκωφαντική σιωπή. Καμία σοβαρή διεθνής κινητοποίηση. Καμία πολιτική πίεση αντίστοιχη της βαρύτητας των καταγγελιών. Καμία πραγματική δημόσια απαίτηση λογοδοσίας.
Η εικόνα που δημιουργείται είναι βαθιά προβληματική: σαν να υπάρχουν θύματα «διαφορετικής αξίας» στη διεθνή πολιτική συνείδηση. Όταν τα θύματα είναι Εβραίοι, μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης δείχνει επιφυλακτικότητα, κυνική αδιαφορία ή ακόμη και ικανοποίηση. Όταν πρόκειται για άλλες περιπτώσεις, όπως οι Παλαιστίνιοι, κινητοποιούνται άμεσα διεθνείς οργανισμοί, κόμματα, ακτιβιστικά δίκτυα και ένα μεγάλο τμήμα της δυτικής «προοδευτικής» κοινής γνώμης.
Η ηθική αγανάκτηση αποδεικνύεται τελικά επιλεκτική. Και η επιλεκτική αγανάκτηση δεν είναι ανθρωπισμός. Η περίπτωση της Φραντσέσκα Αλμπανέζε είναι ενδεικτική αυτής της υποκρισίας. Η ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα Παλαιστινιακά Εδάφη έχει δεχθεί επανειλημμένα κατηγορίες για μονομερή στάση, αντισημιτική ρητορική και φερόμενες σχέσεις με τη Χαμάς.
Παρ’ όλα αυτά, σε μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού ακαδημαϊκού και πολιτικού χώρου αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ηθική αυθεντία. Της έστρωσαν το κόκκινο χαλί στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και πολιτικοί αρχηγοί της Αριστεράς την υποδέχθηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Ουδέποτε, πάντως, καταδίκασε με σαφήνεια τα εγκλήματα και τα αίσχη της Χαμάς, παρότι εμφανίζεται ως υπερασπίστρια των αμάχων και των γυναικών.