Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης επαναλαμβάνει γνώριμες καταγγελίες για ακρίβεια και ενέργεια, χωρίς να συνδέει την πραγματικότητα με εναλλακτική πρόταση.

Σε περίοδο έντονης ενεργειακής κρίσης λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, με τον πληθωρισμό και την ακρίβεια να επηρεάζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η Νέα Αριστερά επιχειρεί να επανέλθει στο προσκήνιο. Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης μιλά για υπερκέρδη, καρτέλ και «φιλοδωρήματα», ανακατεύοντας λέξεις-κλειδιά όπως ενεργειακή κρίση, ακρίβεια, πληθωρισμός, έμμεση φορολογία και κοινωνική αναδιανομή. Ωστόσο, η παρατήρηση ότι οι πολίτες «υποφέρουν» φαίνεται να αγνοεί το βασικό: η ακρίβεια είναι συνέπεια εξωγενών παραγόντων και διεθνών ενεργειακών πιέσεων, ενώ οι καταγγελίες επαναλαμβάνονται χωρίς συγκεκριμένη εναλλακτική ή σχέδιο εφαρμογής.

Ο Σακελλαρίδης, με την επιμονή του σε υψηλούς τόνους, καταγγέλλει «υπερκέρδη» και «μηχανισμούς υπέρ των ισχυρών», σαν η ενεργειακή κρίση είναι ελληνική επινόηση. Η ειρωνεία είναι προφανής: ενώ η διεθνής αγορά καθορίζει τις τιμές ενέργειας, εκείνος παρουσιάζεται ως ειδικός σε ό,τι αφορά τις αιτίες και τις λύσεις, χωρίς να προτείνει μετρήσιμα εργαλεία για τους πολίτες.

Επενδύοντας στην ένταση

Οι αναφορές στις τράπεζες, το κόστος στέγασης και τα «φιλοδωρήματα» για τα νοικοκυριά μοιάζουν με πολιτικά σλόγκαν επαναλαμβανόμενα σε κάθε συνέντευξη. Κάθε νέα καταγγελία προσθέτει λίγα στην ουσία και πολλά στην επικοινωνιακή φλυαρία, αφήνοντας το κοινό να αναρωτιέται πώς μια τόσο φλογερή κριτική δεν συνοδεύεται από πραγματικές εναλλακτικές.

Στο θέμα των υποκλοπών, η υπερβολή σε λέξεις όπως «μεγαλύτερο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης» δίνει την εντύπωση ότι η Νέα Αριστερά επενδύει περισσότερο στην ένταση παρά στην τεκμηρίωση. Το αποτέλεσμα; Ο ίδιος εμφανίζεται ως παντογνώστης σε προφανή γεγονότα, ενώ οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η επικοινωνία έχει αντικαταστήσει την πολιτική ουσία.

Τελικά, η παραδοχή ότι «ο κόσμος δεν ακούει» αποκαλύπτει τον πυρήνα του προβλήματος: όχι η κυβέρνηση, αλλά η ίδια η Νέα Αριστερά και ο Σακελλαρίδης, που επαναλαμβάνουν γνώριμα καταγγελτικά μοτίβα χωρίς καμία σύνδεση με την πραγματική οικονομία και τις διεθνείς συνθήκες. Η ειρωνεία είναι ότι ενώ προσπαθεί να εμφανιστεί ως ρεαλιστικός κριτής, τελικά περιορίζεται στο ρόλο του παρατηρητή των προφανών γεγονότων.