Η υπόθεση της εξαπάτησης του Θάνου Ντόκου δεν είναι ούτε ρωσική φάρσα ούτε και μια απλή απειλή.

Αρκεί να διαβάσει κανείς τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας για την Αντιμετώπιση Υβριδικών Απειλών (Hybrid CoE), του θεσμού που ιδρύθηκε στο Ελσίνκι από την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ ειδικά για να χαρτογραφεί αυτού του είδους τις απειλές. Η εκτίμηση είναι κατηγορηματική: η Ελλάδα βρίσκεται στο στόχαστρο του Κρεμλίνου, και το όχημα δεν είναι ούτε η ενέργεια ούτε η οικονομία, αλλά ο ορθόδοξος χριστιανικός πληθυσμός της χώρας.

Δηλαδή, οι ιστορικοί και θρησκευτικοί δεσμοί που για δεκαετίες θεωρούνταν αυτονόητη γέφυρα φιλίας χρησιμοποιούνται ως πολιορκητικός κριός ακόμα και με σκοπό την παρέμβαση του Κρεμλίνου στις επερχόμενες εθνικές εκλογές στη χώρα, στα πρότυπα παρόμοιων επιχειρήσεων που έχει επιχειρήσει εναντίον άλλων χωρών μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Από τον Δεκέμβριο του 2024, κιόλας, ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, είχε αναρτήσει το εξής στην πλατφόρμα Telegram: «Γι’ αυτό η Ευρώπη πρέπει να τιμωρηθεί με όλα τα διαθέσιμα μέσα: πολιτικά, οικονομικά και διάφορες υβριδικές στρατηγικές. Πρέπει επίσης να ενθαρρύνουμε οποιεσδήποτε καταστροφικές διαδικασίες εντός της Ευρώπης. Ζήτω οι επιθετικοί επιδρομείς στους ιστορικούς δρόμους της! Δόξα στα πλήθη των μεταναστών που σπέρνουν τον όλεθρο και καταστρέφουν με μίσος τις υποτιθέμενες ευρωπαϊκές αξίες».
Η ευρωπαϊκή εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, έχουν καταγραφεί αναφορές για ξένη ψηφιακή παρέμβαση σε τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις, γεγονός που δείχνει ότι ακόμη και κατ’ εξοχήν σταθερές δημοκρατίες παραμένουν ευάλωτες σε τέτοιες πρακτικές. Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πεδίο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι ξένες δυνάμεις αξιοποιούν παραπληροφόρηση και κυβερνομέσα για να επηρεάσουν δημοκρατικές διαδικασίες.

Αντίστοιχα, το Hybrid CoE έχει καταγράψει ότι οι περισσότερες απόπειρες εκλογικής παρέμβασης βάζουν στο στόχαστρο πρωτίστως τους ψηφοφόρους και όχι τις ίδιες τις εκλογικές υποδομές, γεγονός που βάλλει ευθέως στην ευρωπαϊκή κοινωνική συνοχή και ανθεκτικότητα.

Στο ελληνικό περιβάλλον, ο κίνδυνος αυτός αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η υπόθεση της επίθεσης που δέχθηκε ο Θάνος Ντόκος από δύο Ρώσους υπενθυμίζει ότι η αντιπαράθεση με ρωσικούς κύκλους δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και με πιο απτές μορφές πίεσης και εκφοβισμού.

Οι δύο Ρώσοι, ο «Vovan» και ο «Lexus», έχουν ιστορικό δεκαετίας σε επιχειρήσεις πολιτικής πλαστοπροσωπίας εναντίον στελεχών συνδεδεμένων με τη Δύση και το ΝΑΤΟ. Κατάφεραν να παρασύρουν τον σύμβουλο του πρωθυπουργού σε τηλεφωνική συνομιλία υποδυόμενοι, με deepfake τεχνικές, τον Ουκρανό ομόλογό του. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν αναφορές στον χρόνο διεξαγωγής των εθνικών εκλογών και στην αποστολή του διοικητή της ΕΥΠ στο Κίεβο, ευτυχώς χωρίς άλλες διαρροές απορρήτων.

Το μοτίβο που περιγράφει σήμερα το Hybrid CoE για την Ελλάδα δεν είναι πρωτότυπο. Απεναντίας, είναι παλιό και κυρίως δοκιμασμένο. Στην ανάλυσή του για την ταξινόμηση μη κρατικών φορέων σε επιχειρήσεις υβριδικών απειλών, το CoE σημειώνει ότι «η Ρωσία καταβάλλει έντονες προσπάθειες διείσδυσης σε δυτικά πολιτικά κινήματα και δίκτυα κοινωνίας πολιτών, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, εύπορα άτομα και ιδρύματα συνδεδεμένα με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία», μια τεχνογνωσία που, κατά την ίδια ανάλυση, έχει ενισχυθεί σημαντικά από το καθεστώς Πούτιν.

Για την Ελλάδα δεν είναι κάτι άγνωστο. Ακόμα και πρώην υψηλόβαθα στελέχη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών έχουν μιλήσει δημόσια για προσπάθειες διείσδυσης της Ρωσικής Εκκλησίας σε ελληνορθόδοξες δομές, εντοπίζοντας δύο συγκεκριμένα πεδία: το Αγιον Ορος, όπου η ρωσική οικονομική βοήθεια σε μονές λειτουργεί ως μοχλός επιρροής, και την πρόσφατη εκλογή αρχιεπισκόπου στην Κύπρο, όπου ασκήθηκε σημαντική πίεση ώστε να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία και οι δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι κάτοικοι του νησιού, κάτι που αν είχε τελικά συμβεί, θα ευνοούσε την ανάδειξη φιλορώσου ιεράρχη.

Παλαιότερες αναλύσεις έχουν καταγράψει και το αντίστοιχο ελληνικό προηγούμενο: διαρροές προς τον Τύπο, σύμφωνα με τις οποίες η Μόσχα χρησιμοποίησε υλικά και οικονομικά κίνητρα για να επηρεάσει δήμους και μητροπολίτες, αξιοποιώντας ιστορικά και θεσμικά κανάλια όπως η Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Εταιρεία.

Σε όλο αυτό το παιχνίδι επιρροής της Μόσχας, θα πρέπει πλέον να συνυπολογιστούν και οι προσπάθειες διείσδυσης και στο ελληνικό κοινοβουλευτικό τοπίο μέσω του νέου κόμματος Καρυστιανού, εμφανώς φιλορωσικού και φιλοπουτινικού προσανατολισμού, αν κρίνει κανείς από τα πρόσωπα που έχουν εμφανιστεί μέχρι στιγμής να μοιράζονται τις εξουσιαστικές του δομές.

Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται όλα αυτά είναι ξεκάθαρο: Άλλα κράτη, από τη Γερμανία μέχρι τις χώρες της Βαλτικής, έχουν ήδη αντιμετωπίσει ανάλογες προειδοποιήσεις πριν από εκλογικές αναμετρήσεις, με τις κυβερνήσεις τους να προειδοποιούν δημοσίως τη Μόσχα ότι θα «πληρώσει τίμημα» για υβριδικές επιθέσεις σε εκλογικές υποδομές.

Η ελληνική περίπτωση διαφέρει σε ένα σημείο: το εργαλείο δεν είναι πρωτίστως τεχνολογικό, αλλά πολιτισμικό και θρησκευτικό, γεγονός που το καθιστά πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστεί από κλασικές μεθόδους κυβερνοάμυνας και πολύ πιο εύκολο να απορριφθεί ως «υπερβολή» από όσους δεν θέλουν να αναγνωρίσουν το πρόβλημα.