Η πρόβλεψη του Αντώνη Σαμαρά περί ρευστοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει με ακτινογραφία των εγγενών αδυναμιών της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Οταν πριν από λίγα χρόνια ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς εκστόμιζε από το βήμα της Βουλής την περίφημη φράση για την «αριστερή παρένθεση», πολλοί βιάστηκαν να τον χαρακτηρίσουν αλαζόνα, κολλημένο σε παρωχημένες αντικομμουνιστικές αγκυλώσεις ή απλώς εκτός πραγματικότητας.
Η πολιτική συγκυρία τότε φάνταζε να ευνοεί τους εκφραστές του «καινούργιου», που υπόσχονταν να σκίσουν μνημόνια με ένα άρθρο κι έναν νόμο, καταργώντας την παλιά κομματική τάξη πραγμάτων μέσα σε μια νύχτα. Η ιστορία όμως φαίνεται να έχει έναν δικό της, ιδιαίτερο και συχνά αμείλικτο τρόπο να εκδικείται, απονέμοντας πολιτική δικαιοσύνη εκεί που λίγοι την περιμένουν.
Σήμερα, παρακολουθώντας κανείς το αργό, παρατεταμένο αλλά σταθερό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο πρώην κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ, εκείνη η πρόβλεψη του πρώην πρωθυπουργού δεν φαντάζει πλέον ως μια απλή κομματική ατάκα της στιγμής, αλλά ως μια βαθιά, ψύχραιμη και ακριβής ακτινογραφία των εγγενών αδυναμιών της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Από την κυριαρχία στην αποσύνθεση
Η διαδρομή από τις μέρες της απόλυτης κυριαρχίας, της αλαζονείας και των θριαμβευτικών συνθημάτων μέχρι τη σημερινή εικόνα της βαθιάς αποσύνθεσης υπήρξε δραματική και αποκαλυπτική.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ο άλλοτε άχαστος ηγέτης της αριστερής παράταξης, ο πολιτικός που κατάφερε να μετατρέψει ένα κόμμα του 4% σε κυβερνητική δύναμη, είδε την εικόνα του να καταρρέει σταδιακά κάτω από το βάρος των αλλεπάλληλων εκλογικών ηττών που του επιφύλαξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε όλες τις εκλογές τα τελευταία χρόνια.
Η πολιτική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας δεν αμφισβήτησε απλώς την αποτελεσματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, αλλά απογύμνωσε πλήρως την απουσία μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.
Η μετάβαση από την πρώτη φορά Αριστερά στην εκλογική συρρίκνωση υπήρξε το πρώτο μεγάλο πλήγμα σε έναν μηχανισμό που τρεφόταν αποκλειστικά από την προσδοκία της εξουσίας. Υστερα δε από την αποχώρηση του βασικού προσώπου, ξέσπασε το απόλυτο χάος.
Η προσπάθεια τεχνητής ανανέωσης και βίαιης προσαρμογής στα νέα δεδομένα μετατράπηκε γρήγορα σε ένα πρωτοφανές πολιτικό θέατρο, γεμάτο εσωκομματικές μηχανορραφίες, συνωμοσίες και χτυπήματα κάτω από τη μέση που σε καμία περίπτωση δεν τιμούν την Αριστερά.
Το σκηνικό που διαμορφώθηκε στην Κουμουνδούρου θύμιζε περισσότερο τηλεοπτικό ριάλιτι παρά σοβαρό πολιτικό σχηματισμό με θεσμικό ρόλο. Η επεισοδιακή εκπαραθύρωση του Στέφανου Κασσελάκη στο γνωστό πια «μπουζουξίδικο» δεν ήταν παρά το αποκορύφωμα μιας παρατεταμένης πορείας απαξίωσης, η οποία αφαίρεσε και τα τελευταία ψήγματα σοβαρότητας από το κόμμα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Η εσωτερική «τρόικα»
Στο σημερινό τοπίο, η ηγεσία του κόμματος δείχνει να κινείται στον αστερισμό μιας ιδιότυπης εσωτερικής τρόικας. Η Ρένα Δούρου, ο Νίκος Παππάς και ο Παύλος Πολάκης αναλαμβάνουν τον ρόλο των διασωστών, επιχειρώντας να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα και να κρατήσουν το καράβι στην πορεία του.
Επιστρατεύουν παλιές συνταγές, καταγγελτικό λόγο και γνώριμους υψηλούς τόνους, επιχειρώντας να συσπειρώσουν μια βάση που έχει πληγεί στο έπακρο από τις πρακτικές Τσίπρα. Αυτή τη στιγμή, το μεγαλύτερο αγκάθι που ταλανίζει το κόμμα είναι το θέμα των εδρών των ανεξάρτητων βουλευτών.
Το μαζικό κύμα αποχωρήσεων στελεχών που εξελέγησαν υπό τη σημαία του ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια ανεξαρτητοποιήθηκαν έχει προκαλέσει πραγματική νευρική κρίση στην ηγεσία. Οι βουλευτές αυτοί, διατηρώντας τις βουλευτικές τους ιδιότητες, φαίνεται να προσδοκούν μια μελλοντική πολιτική στέγη στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Παρά το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός αποφεύγει επιμελώς τις δημόσιες τοποθετήσεις για το θέμα, πολιτικοί παρατηρητές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι βρίσκεται πίσω από όλες τις παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Θεωρούν ότι ακολουθώντας ένα συγκεκριμένο σχέδιο υφαίνει το υπόβαθρο για την επόμενη μέρα της Αριστεράς, κρατώντας τους ανεξάρτητους βουλευτές σε μια ιδιότυπη πολιτική αναμονή, χωρίς ο ίδιος να αναλαμβάνει προς το παρόν το άμεσο πολιτικό κόστος.
Προσπάθεια επανεκκίνησης
Μέσα σε αυτό το κλίμα αποσύνθεσης, η κοινοβουλευτική καθημερινότητα του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διατηρήσει μια επίφαση κανονικότητας. Η Κοινοβουλευτική Ομάδα προχώρησε στην επιλογή της Ελενας Ακρίτα για τη θέση της αντιπροέδρου της Βουλής, αντικαθιστώντας την Ολγα Γεροβασίλη που ανεξαρτητοποιήθηκε.
Την ίδια ώρα, η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εκπέμψει σήμα επανεκκίνησης, μη κρύβοντας την ευφορία της για την ανάκαμψη μιας μονάδας σε πρόσφατη δημοσκόπηση που «χάθηκε» από το κόμμα Τσίπρα.
Μετά τη συνεδρίασή της, η ηγεσία έθεσε ως πρώτο κομβικό σταθμό τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα επιταχύνονται οι διαδικασίες για την εκλογική προετοιμασία, την ενεργοποίηση των περιφερειακών οργάνων και τη συγκρότηση των ψηφοδελτίων από τις νομαρχιακές επιτροπές.
Στο ίδιο πλαίσιο οργανωτικής ανασύνταξης εντάσσεται και η ενεργοποίηση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, με τη νέα ηγεσία του Χριστόφορου Βερναρδάκη και του Παναγιώτη Κορμά.
Η μάχη για τις έδρες
Πάντως, το αμέσως προσεχές διάστημα αναμένεται να ενταθεί η πολεμική της Κουμουνδούρου κατά της ΕΛΑΣ απαιτώντας την επιστροφή των εδρών από τους αποχωρήσαντες βουλευτές και συνδέοντας την παραμονή τους στη Βουλή με οργανωμένη απόπειρα αλλοίωσης της κοινοβουλευτικής δύναμης του κόμματος.
Στη ΔΕΘ τα κορυφαία στελέχη της Κουμουνδούρου αναμένεται να τονίσουν πως ο πρώην πρωθυπουργός είναι εκείνος που απομακρύνθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, κραδαίνοντας, την ίδια ώρα, τη σημαία της πατρότητας της κυβέρνησης του 2015.
Με κάθε ευκαιρία θα υπενθυμίζεται το παράδειγμα της Ολγας Γεροβασίλη, που θεωρείται δεδομένο ότι θα οδεύσει προς το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού, μένοντας ανεξάρτητη στο ενδιάμεσο διάστημα.