Η στρατιωτική άνοδος των Χούθι δεν στηρίχθηκε μόνο στην αριθμητική τους δύναμη, αλλά κυρίως στην πρόσβαση σε ιρανική τεχνογνωσία, προηγμένα οπλικά συστήματα και κινεζικά εξαρτήματα διπλής χρήσης, αναφέρει σε δημοσίευμά της η Wall Street Journal.
Μέσα σε λίγα χρόνια, η οργάνωση εξελίχθηκε από τοπικό αντάρτικο κίνημα σε δύναμη ικανή να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του κόσμου.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, οι περίπου 350.000 μαχητές των Χούθι επέκτειναν την παρουσία τους από τη δυτική Υεμένη προς στρατηγικά νησιά και παράκτιες περιοχές, φτάνοντας έως τη Μόκα και ενισχύοντας τον έλεγχό τους γύρω από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Η επιχείρηση είχε προετοιμαστεί επί μήνες, με μεταφορά όπλων και μαχητών και αξιοποίηση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων για παρακολούθηση και αποδιοργάνωση των αντιπάλων.
Παρότι δεν διαθέτουν συμβατικό ναυτικό, έχουν συγκροτήσει μια ισχυρή ασύμμετρη δύναμη με πυραύλους ξηράς, drones με εκρηκτικά, θαλάσσιες νάρκες, οπλισμένα ταχύπλοα και μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας.
Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του Ιράν. Από περίπου το 2015, η Δύναμη Κουντς άρχισε να προμηθεύει τους Χούθι με εξαρτήματα για πυραύλους και drones ιρανικής σχεδίασης, ενώ Ιρανοί εκπαιδευτές μετέφεραν τεχνογνωσία κατασκευής. Στο οπλοστάσιό τους περιλαμβάνονται drones Waid, εκδοχές των Shahed, τα προηγμένα Samad, καθώς και αντιπλοϊκοί βαλλιστικοί πύραυλοι όπως ο Sayyad.
Παράλληλα, η Κίνα έχει εξελιχθεί σε σημαντική πηγή εξαρτημάτων. Κινεζικές εταιρείες προμηθεύουν αγαθά διπλής χρήσης, κρίσιμα κυρίως για την τεχνολογία των drones, σύμφωνα με εκθέσεις του ΟΗΕ και ειδικούς εξοπλισμών.
Οι Χούθι αξιοποιούν επίσης δίκτυα διακίνησης μέσω Ιράν, Τζιμπουτί και θαλάσσιων οδών, ενώ, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, πραγματοποιούν συναλλαγές ελαφρού οπλισμού με την αλ-Σαμπάμπ στη Σομαλία.