Η Τουρκία αποφάσισε να ανακηρύξει δύο θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Οι χαράξεις της φτάνουν πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και αγγίζουν περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος. Η Αθήνα απάντησε καθαρά. Οι τουρκικές αποφάσεις δεν παράγουν έννομο αποτέλεσμα και δεν δημιουργούν τετελεσμένα.
Και κάπου εκεί ξεκίνησε το γνώριμο έργο. Ανακοινώσεις επί ανακοινώσεων από την αντιπολίτευση. Κατηγορίες για «εφησυχασμό». Προειδοποιήσεις ότι η κυβέρνηση δήθεν δεν αντιλαμβάνεται την τουρκική απειλή. Η ίδια ταχύτητα είχε εμφανιστεί και στο παρελθόν. Με το Τουρκολιβυκό μνημόνιο. Με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου. Κάθε εξέλιξη γινόταν αφορμή για να παρουσιαστεί η ελληνική πολιτική ως ανεπαρκής. Ακόμη και όταν η ίδια η αντιπολίτευση αναγνώριζε ότι το Τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι παράνομο και ανυπόστατο.
Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική. Η αντιπολίτευση οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση. Στα εθνικά θέματα, όμως, χρειάζεται κάτι περισσότερο. Χρειάζεται μέτρο.
Η ψυχραιμία δεν είναι αδυναμία. Η τήρηση του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι υποχώρηση. Και η αποφυγή μιας φωνασκίας για κάθε τουρκική ανακοίνωση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα παρακολουθεί αμέτοχη.
Το αντίθετο.
Η Αθήνα χαρακτήρισε παράνομες τις τουρκικές κινήσεις. Επισήμανε ότι δεν παράγουν τετελεσμένα. Παράλληλα, κινείται διπλωματικά και επιταχύνει τις διαδικασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο.
Όταν, λοιπόν, η αντιπολίτευση σπεύδει να χρησιμοποιήσει την ίδια δραματική ορολογία που χρησιμοποιεί η Άγκυρα, προσφέρει κάτι περισσότερο από μικροκομματική αντιπαράθεση. Αναπαράγει το τουρκικό αφήγημα. Ακόμη κι αν δεν το επιδιώκει.
Η Τουρκία θέλει να εμφανίζει την Ελλάδα ως χώρα που φοβάται, υποχωρεί και βρίσκεται διαρκώς σε άμυνα. Δεν χρειάζεται να της κάνουμε τη χάρη.
Τα τελευταία επτά χρόνια η Ελλάδα δεν έμεινε στα λόγια. Ενίσχυσε τις Ένοπλες Δυνάμεις με Rafale, Belharra και νέα αμυντικά συστήματα. Υπέγραψε σημαντικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επέκτεινε το δίκτυο των συμμαχιών της. Ενίσχυσε τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Όχι οι φαντασιώσεις της Άγκυρας. Και σίγουρα όχι η πολιτική ανάγκη της αντιπολίτευσης να τις μετατρέπει, κάθε τόσο, σε ελληνική εσωτερική είδηση.