Η διάβρωση των ακτών και η υποχώρηση της ακτογραμμής δημιουργούν νέες απαιτήσεις για τον χωροταξικό σχεδιασμό.

Η συζήτηση για τη δόμηση κοντά στον αιγιαλό επιστρέφει στο προσκήνιο με αφορμή τον νέο χωροταξικό σχεδιασμό για τον τουρισμό και ίσως υπάρχει ένας καλός λόγος να ξαναδούν οι τεχνοκράτες νομοπαρασκευαστές ορισμένες από τις προβλέψεις του, που για ακόμα μια φορά σε νομοθέτημα, δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν το ελληνικό φυσικό τοπίο. Κυρίως εκείνη που αφορά την απόσταση των νέων εγκαταστάσεων και κατασκευών από τη θάλασσα.

Στο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό προβλέπεται απαγόρευση εγκαταστάσεων και κατασκευών σε ζώνη 25 μέτρων από τη γραμμή του αιγιαλού ή, όταν αυτή δεν έχει καθοριστεί, από την ακτογραμμή. Η επιλογή αυτή επιχειρεί να διαμορφώσει μια ελάχιστη ζώνη προστασίας ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και τη θάλασσα. Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι εάν τα 25 μέτρα προσφέρουν επαρκές περιθώριο για τις ελληνικές ακτές των επόμενων δεκαετιών.

Η Ελλάδα διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εκατοντάδες κατοικημένα νησιά και ένα τουριστικό προϊόν που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη θάλασσα και στο παράκτιο τοπίο. Την ίδια ώρα, η διάβρωση των ακτών και η υποχώρηση της ακτογραμμής δημιουργούν νέες απαιτήσεις για τον χωροταξικό σχεδιασμό. Γι’ αυτό και έχει ενδιαφέρον η ευρωπαϊκή εμπειρία. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος κανόνας που να επιβάλλει σε όλες τις χώρες της Ευρώπης απόσταση 100 μέτρων. Υπάρχουν όμως σημαντικά παραδείγματα κρατών που έχουν επιλέξει πολύ μεγαλύτερες ζώνες προστασίας από τα 25 μέτρα.

Τι ισχύει στην Ευρώπη

Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα είναι η Γαλλία. Ο γαλλικός πολεοδομικός κώδικας προβλέπει ότι, εκτός των ήδη πολεοδομημένων περιοχών, απαγορεύονται οι νέες κατασκευές και εγκαταστάσεις σε παράκτια ζώνη 100 μέτρων από την ανώτατη γραμμή της ακτής. Και υπάρχει μία ακόμη ενδιαφέρουσα πρόβλεψη: τα τοπικά πολεοδομικά σχέδια μπορούν να επεκτείνουν τη ζώνη πέραν των 100 μέτρων όταν αυτό δικαιολογείται από την περιβαλλοντική ευαισθησία ή από την προβλεπόμενη υποχώρηση της ακτογραμμής.

Στην Ισπανία η βασική ζώνη προστασίας εκτείνεται επίσης στα 100 μέτρα προς την ξηρά, με αφετηρία το εσωτερικό όριο της θαλάσσιας ακτής. Η ισπανική νομοθεσία δίνει μάλιστα τη δυνατότητα επέκτασής της κατά ακόμη 100 μέτρα, δηλαδή έως τα 200 μέτρα, όταν οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης ακτής το απαιτούν.

Διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Ιταλίας. Εκεί η νομοθεσία Galasso έχει θέσει καθεστώς τοπικής προστασίας σε παράκτια ζώνη 300 μέτρων από τη θάλασσα. Δεν πρόκειται για οριζόντια απαγόρευση κάθε οικοδομικής δραστηριότητας στα 300 μέτρα, αλλά για ένα αυστηρότερο επίπεδο προστασίας και ελέγχου των παρεμβάσεων στο παράκτιο τοπίο.

Τι προβλέπεται στην Ελλάδα

Η Ελλάδα, βεβαίως, έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ενας ενιαίος και απόλυτος κανόνας 100 μέτρων θα ήταν δύσκολο να εφαρμοστεί χωρίς εξαιρέσεις σε κάθε νησί και κάθε παραλιακό οικισμό. Υπάρχουν οικισμοί αιώνων που αναπτύχθηκαν δίπλα στη θάλασσα, μικρά νησιά με περιορισμένο διαθέσιμο χώρο και περιοχές στις οποίες η υφιστάμενη δόμηση έχει δημιουργήσει εντελώς διαφορετικά δεδομένα.

Ακριβώς γι’ αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί ένα περισσότερο ευέλικτο αλλά και πιο προστατευτικό μοντέλο. Μεγαλύτερη απόσταση για τη νέα δόμηση σε παρθένες, αδόμητες ή περιβαλλοντικά ευαίσθητες ακτές και διαφορετικοί κανόνες για τους υφιστάμενους οικισμούς, με σαφώς προσδιορισμένες εξαιρέσεις.

Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις για την προστασία των παραλιών, την αντιμετώπιση των αυθαιρεσιών και την καλύτερη διαχείριση του αιγιαλού. Μια δεύτερη ματιά στην απόσταση των 25 μέτρων θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς αυτή την πολιτική.

Αλλωστε, η προστασία της ακτογραμμής συνδέεται άμεσα και με την οικονομία. Οι παραλίες, το φυσικό τοπίο και η ελεύθερη θέα προς τη θάλασσα αποτελούν σημαντικό μέρος της αξίας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Οσο αυξάνεται η επενδυτική πίεση στις δημοφιλείς παράκτιες περιοχές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για κανόνες που θα αντέχουν στον χρόνο.

Τα 25 μέτρα, σύμφωνα με πολεοδόμους και μηχανικούς, αξίζει να επανεξεταστούν. Οχι για να μπλοκαριστούν οι επενδύσεις, αλλά για να προστατευτεί αυτό που τις κάνει ελκυστικές: η ελληνική ακτογραμμή. Η εμπειρία της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας μπορεί να προσφέρει χρήσιμα εργαλεία για μια ελληνική λύση που θα συνδυάζει τουριστική ανάπτυξη, ιδιωτική περιουσία και ουσιαστική προστασία των ακτών.