Η αποσύνθεση του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ είχε αποτέλεσμα τη δημιουργία μικρών, προσωποπαγών και ιδεολογικά περιχαρακωμένων σχηματισμών, με τελευταίο παράδειγμα το κόμμα-ΙΧ του Αλέξη Τσίπρα.

Η πολιτική ιστορία έχει μια περίεργη τάση να επαναλαμβάνεται, άλλοτε ως τραγωδία και άλλοτε ως μια παρατεταμένη, σχεδόν εξαντλητική διολίσθηση στην ανυποληψία. Αυτό που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια στον χώρο της ελληνικής Αριστεράς και Κεντροαριστεράς δεν αποτελεί απλώς συγκυριακή κρίση ηγεσιών, περιστασιακή εσωκομματική φαγωμάρα ή πρόσκαιρη δημοσκοπική κάμψη. Πρόκειται για βαθιά, δομική και επικίνδυνη διαδικασία κατακερματισμού που παραπέμπει ευθέως στο ιταλικό παράδειγμα των περασμένων χρόνων.

Η σταδιακή ιταλοποίηση του συγκεκριμένου χώρου είναι πλέον κάτι παραπάνω από βέβαιη, καθώς ακολουθεί κατά πόδας, με διαφορά ορισμένων ετών, τα χνάρια της διαρκούς πολυδιάσπασης, των ατέρμονων εσωτερικών εμφυλίων και της τελικής «πολιτικής αχρηστίας» στην οποία βυθίστηκε η κεντροαριστερή παράταξη στη γειτονική χώρα μετά την κατάρρευση των παραδοσιακών της πυλώνων.

Η αφετηρία αυτής της φθίνουσας πορείας εντοπίζεται στη μετεξέλιξη και τη μετέπειτα σταδιακή αποσύνθεση του πάλαι ποτέ κραταιού ΣΥΡΙΖΑ. Η απότομη προσγείωση από την κυβερνητική εξουσία στην οδυνηρή πραγματικότητα της διαχείρισης και των μετέπειτα αλλεπάλληλων εκλογικών ηττών απελευθέρωσε κεντρόφυγες δυνάμεις που μέχρι τότε συγκρατούνταν μόνο από τη συγκολλητική ουσία της κυβερνησιμότητας. Το αποτέλεσμα ήταν μια αλληλουχία διασπάσεων, που οδήγησαν στη δημιουργία ενός πυκνού, δυσνόητου αστερισμού μικρών, προσωποπαγών ή ιδεολογικά περιχαρακωμένων σχηματισμών.

Κόμματα και κομματίδια

Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ, ταλαιπωρημένος από διαδοχικές κρίσεις ταυτότητας, διαρκείς αμφισβητήσεις και τραυματικές εσωκομματικές συγκρούσεις, κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, παλεύοντας απεγνωσμένα να διατηρήσει έστω ένα μέρος της παλιάς του επιρροής.

Γύρω του, το πολιτικό τοπίο συντίθεται από κομμάτια μιας διαμελισμένης εικόνας, καθώς η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου επενδύει στον αντισυστημικό, καταγγελτικό λόγο και στην προσωπική της παρουσία, ενώ το ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη προσπαθεί να εκφράσει έναν αμιγώς ριζοσπαστικό αριστερό λόγο με διεθνιστικά περιβλήματα, δίχως όμως να καταφέρνει να αποκτήσει σταθερές προσβάσεις στα πλατιά λαϊκά στρώματα.

Παράλληλα, οι Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη επιχειρούν να αποσπάσουν ακροατήρια από το Κέντρο, η Νέα Αριστερά δίνει καθημερινή μάχη κοινοβουλευτικής επιβίωσης, ενώ παλαιότερες πρωτοβουλίες όπως η Λαϊκή Ενότητα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη.

Σε αυτό το ήδη κατακερματισμένο και βαθιά πολωμένο σκηνικό, οι νεότερες κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα με τη δημιουργία της ΕΛΑΣ έρχονται να προσθέσουν άλλον έναν κρίκο στην αλυσίδα του κατακερματισμού. Η εμφανής προσπάθεια αποκοπής του ομφάλιου λώρου με όλα τα σχήματα του παρελθόντος, τις αμαρτίες και τα υπολείμματα του παλιού κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ δείχνει, επίσημα τουλάχιστον, μια πρόθεση διαμόρφωσης ενός νέου πόλου. Ταυτόχρονα, όμως, επιτείνει την αίσθηση στην κοινή γνώμη ότι ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος επαναπροσδιορίζεται μόνο μέσα από διαρκείς αποσχίσεις, προσωπικές στρατηγικές και περιχαρακώσεις, παρά μέσα από ουσιαστικές συνθέσεις και ιδεολογικές συγκλίσεις.

Το πλέον αποκαλυπτικό αλλά και τραγικό στοιχείο αυτής της, ιταλικού τύπου, κρίσης είναι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε διάθεσης συνεννόησης, ειλικρινούς διαλόγου ή προγραμματικής συμφωνίας. Αν συνυπολογίσει κανείς ότι η σχέση του εγχειρήματος Τσίπρα με το ΠΑΣΟΚ παραμένει αβυσσαλέα, φορτισμένη από το παρελθόν και τις προσωπικές πικρίες των στελεχών, καθίσταται σαφές ότι η αριστερή αντιπολίτευση βρίσκεται σε ένα απόλυτο στρατηγικό αδιέξοδο.

Η πολυδιάσπαση αυτή κάθε άλλο παρά αποτελεί μια δημιουργική πολυφωνία ή μια ζωντανή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης για τη χώρα. Αντίθετα, εμπεδώνει στους πολίτες την εικόνα μιας Κεντροαριστεράς που αδυνατεί να συνεννοηθεί ακόμα και για τα βασικά, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για την κυριαρχία της κεντροδεξιάς παράταξης.

Παρατηρείται δε το οξύμωρο φαινόμενο τα πολιτικά βέλη και η επιθετικότητα των αρχηγών αυτών των μικρών και μεγάλων κομμάτων να αναλίσκονται πρωτίστως στις μεταξύ τους καθημερινές διαμάχες. Η ένταση, η οξύτητα, το μένος και η καχυποψία που επιδεικνύουν στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις προσομοιάζουν –και πολλές φορές ξεπερνούν– την οξύτητα που δείχνουν απέναντι στον βασικό πολιτικό τους αντίπαλο, το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Ιστορική παθογένεια

Πρόκειται για κλασική, ιστορική παθογένεια της Αριστεράς, όπου ο «εσωτερικός εχθρός» ή ο όμορος πολιτικός γείτονας αντιμετωπίζεται ως πολύ πιο επικίνδυνος από τον ιδεολογικό αντίπαλο, ακριβώς επειδή διεκδικεί το ίδιο ακροατήριο και τον ίδιο ζωτικό εκλογικό χώρο. Πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν δικαίως πόσο παράδοξο είναι να βλέπει κανείς δυνάμεις που διακηρύσσουν την ανάγκη ανατροπής των συσχετισμών να αλληλοεξοντώνονται, την ώρα που ο αντίπαλός τους κυριαρχεί ανεμπόδιστος.

Η ιταλική εμπειρία έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι όταν η Αριστερά εγκλωβίζεται σε έναν ατέρμονο κύκλο διασπάσεων, προσωπικών εγωισμών και ιδεολογικών διαπιστευτηρίων το τελικό τίμημα το πληρώνει η δημοκρατική ισορροπία της χώρας. Η παρατεταμένη αδυναμία συγκρότησης μιας σοβαρής, αξιόπιστης και συνεκτικής εναλλακτικής πρότασης καλλιεργεί την αποχή, την παραίτηση, την απογοήτευση και τον κυνισμό των αριστερών, αφήνοντας τον χώρο χωρίς σοβαρή εκπροσώπηση.

Οσο οι ηγεσίες του λεγόμενου προοδευτικού χώρου στην Ελλάδα αρνούνται να κοιτάξουν με ειλικρίνεια τον καθρέφτη της ιστορίας και επιμένουν να αναπαράγουν τις μικροκομματικές τους περιχαρακώσεις, τόσο η ιταλοποίηση από μια απλή εκτίμηση θα μετατρέπεται σε μόνιμη, βαρύτατη και οδυνηρή πραγματικότητα για την ελληνική Κεντροαριστερά.