Η παραπομπή του Γιάνη Βαρουφάκη σε δίκη για δηλώσεις περί παλαιότερης χρήσης ουσιών μετατρέπεται από τον ίδιο και το ΜέΡΑ25 σε αφήγημα πολιτικής δίωξης.

Ο Γιάνης Βαρουφάκης γνωρίζει καλά πώς να μετατρέπει κάθε εξέλιξη σε πολιτικό performance. Μια αναφορά σε podcast ότι είχε δοκιμάσει ουσίες στα τέλη της δεκαετίας του ’80 - συνοδευόμενη μάλιστα από ηθικολογική κατάληξη περί «τέλους της ελευθερίας» - κατέληξε σε παραπομπή για «πρόκληση και διαφήμιση ναρκωτικών». Αντί για νηφάλια νομική υπεράσπιση, επέλεξε ξανά τη μεγάλη σκηνή: διωκόμενος, στοχοποιημένος, εχθρός του «συστήματος».

Η επίκληση σκανδάλων στο ίδιο ανακοινωθέν λειτουργεί ως ρητορικός συμψηφισμός. Στόχος δεν είναι η νομική ουσία της υπόθεσης· είναι η κατασκευή ενός ευρύτερου αφηγήματος καταπίεσης. Πρόκειται για γνώριμη στρατηγική πολιτικής υπεραναπλήρωσης: όταν η υπόθεση είναι περιορισμένης βαρύτητας, την εντάσσεις σε μια υποτιθέμενη θεσμική εκτροπή για να της προσδώσεις ιστορικό βάρος.

Επενδύει στην εικόνα του διωκόμενου ριζοσπάστη

Ακόμη πιο προβληματικό είναι το επικοινωνιακό δίλημμα που επιχειρεί να επιβάλει: όποιος δεν καταγγέλλει «πολιτική δίωξη» είναι συνένοχος. Όμως σε ένα κράτος δικαίου, οι κρίσεις περί ποινικής ευθύνης επιλύονται στα δικαστήρια, όχι στα δελτία Τύπου. Αν η κατηγορία είναι νομικά αβάσιμη, θα καταπέσει. Αν όχι, θα αξιολογηθεί με βάση τον νόμο — όχι με βάση το πολιτικό brand του κατηγορουμένου.

Ο κ. Βαρουφάκης επενδύει διαρκώς στην εικόνα του διωκόμενου ριζοσπάστη. Μόνο που η υπερβολή έχει κόστος αξιοπιστίας. Όταν κάθε θεσμική διαδικασία βαφτίζεται «εκτροπή», τελικά αδειάζει από περιεχόμενο η ίδια η έννοια της θεσμικής εκτροπής. Και τότε, η πολιτική μετατρέπεται σε μόνιμη παράσταση — με πρωταγωνιστή που αρνείται να βγει από τον ρόλο.