Για τον Πολάκη, το μανιφέστο Τσίπρα μοιάζει περισσότερο με μια ετεροχρονισμένη επανάληψη των θέσεων που ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είχε ήδη ψηφίσει στο πρόσφατο συνέδριο του Ιουνίου του 2025.

Μετά την παρουσίαση του αναμενόμενου μανιφέστου του, ο Αλέξης Τσίπρας πασχίζει να ενδυθεί τον χιτώνα του προστάτη των θεσμών και του αυτόκλητου θεματοφύλακα του κράτους δικαίου, λες και η ιστορία της χώρας ξεκίνησε να γράφεται την ημέρα που εκείνος έχασε την εξουσία. Όμως η πολιτική μνήμη παραμένει το πιο αμείλικτο εργαλείο κριτικής.

Για πολλούς πολιτικούς παρατηρητές οι έννοιες «Τσίπρας» και «κράτος δικαίου» δεν είναι απλώς ξένες μεταξύ τους, αλλά δομικά ασύμβατες, όπως αποδεικνύεται από τα πεπραγμένα μιας διακυβέρνησης που δεν δίστασε να μετατρέψει την τότε ΕΥΠ σε παραμάγαζο εσωτερικής αστυνόμευσης και «πολιτικής εκβίασης». Παράλληλα είχε επιχειρήσει να καθυποτάξει ποικιλοτρόπως τη Δικαιοσύνη, σύμφωνα με τις επίσημες καταγγελίες του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση της Αριστεράς Σταύρου Κοντονή.

Σήμερα, ο κ. Τσίπρας ανακαλύπτει «δημοκρατικές εκτροπές» με την ευκολία που κάποτε άλλαζε, κατά το συμφέρον του, το αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων. Είναι όμως ο ίδιος άνθρωπος που, όταν η κυβέρνησή του παρακολουθούσε στενούς του συνεργάτες και υπουργούς, θεωρούσε πως όλα έβαιναν καλώς. Παρότι στο τωρινό μανιφέστο του αναφέρονται πολλά λόγια για το κράτος δικαίου και τους θεσμούς, πολλοί θυμούνται ότι η περίοδος της πρώτης φοράς Αριστερά ήταν μια συστηματική απόπειρα ελέγχου των αρμών της εξουσίας, όπου το ηθικό πλεονέκτημα χρησιμοποιήθηκε ως προπέτασμα καπνού για σκοτεινές πρακτικές.

Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για αποδείξεις, αφού οι ίδιοι οι άνθρωποι του σκληρού πυρήνα του τον εκθέτουν ανεπανόρθωτα. Η υπόθεση της παρακολούθησης του Στέργιου Πιτσιόρλα και του Σπύρου Σαγιά αποτελεί μνημείο πολιτικού κυνισμού. Άνθρωποι-κλειδιά, επιφορτισμένοι με τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, βρίσκονταν υπό το άγρυπνο βλέμμα του «μεγάλου αδελφού». Ο τότε διοικητής της ΕΥΠ, Γιάννης Ρουμπάτης, παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι ο κ. Τσίπρας ήταν ενήμερος για τις επισυνδέσεις.

Είναι εξωφρενικό να ακούμε σήμερα για κράτος δικαίου, όταν επί των ημερών του η κυβέρνηση παρακολουθούσε τον… εαυτό της. Παράλληλα με το παρακράτος των παρακολουθήσεων, ξεδιπλωνόταν –μεταξύ άλλων– και το «mega κόλπο» με τη σκευωρία Novartis.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του Σταύρου Κοντονή, στο Μαξίμου είχε στηθεί ένα ιδιότυπο «παραϋπουργείο Δικαιοσύνης», ένας μηχανισμός που λειτουργούσε έξω από κάθε θεσμικό πλαίσιο με στόχο την πολιτική εξόντωση των αντιπάλων. Η εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης και η κατασκευή ενόχων με κουκουλοφόρους μάρτυρες υπήρξε η κορύφωση μιας αυταρχικής νοοτροπίας. Οι δικαιολογίες περί «εθνικού συμφέροντος» και τα σενάρια για ξένες υπηρεσίες ακούγονται πλέον ως κακογραμμένο κατασκοπευτικό μυθιστόρημα.

Το πρόβλημα με τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι μόνο οι πράξεις του παρελθόντος, αλλά η πλήρης απουσία αυτοκριτικής και η προσπάθεια υποτίμησης της νοημοσύνης των πολιτών. Οταν βαφτίζει τις δικές του εκτροπές ως υπηρεσία στο εθνικό συμφέρον, οι πολιτικοί παρατηρητές μιλούν για καθαρή κοροϊδία. Η δημοκρατία απαιτεί συνέπεια. Δεν μπορείς να είσαι και με την ΕΥΠ της πρώτης φοράς Αριστερά και με την ανεξαρτησία των αρχών, ανάλογα με το ποιος κάθεται στην καρέκλα του Μαξίμου. Άλλωστε, οι καταγγελίες για το τότε «παρακράτος» δεν ήρθαν από την αντιπολίτευση, αλλά από τα σπλάχνα της δικής του παράταξης. Οσο ο κ. Τσίπρας αρνείται να αναλάβει την ευθύνη για το σύστημα που έστησε και ανέχτηκε, η ρητορική του μέσω μανιφέστων θα παραμένει ένα κενό περιεχομένου γράμμα. Η ιστορία έγραψε ότι η θεσμική τάξη υποτάχθηκε απροκάλυπτα στις ανάγκες ενός κομματικού κράτους, και αυτό καμία επικοινωνιακή καταιγίδα, υποστηριζόμενη από διαπλεκόμενους θύλακες, δεν μπορεί να το ξεπλύνει.

Κράμερ εναντίον Κράμερ

Η πολιτική σκηνή στον χώρο της Αριστεράς θυμίζει ακόμα μία φορά καζάνι που βράζει, καθώς η δημοσιοποίηση του νέου κειμένου από το Ινστιτούτο του Αλέξη Τσίπρα δεν έφερε μόνο συζητήσεις, αλλά και ευθείες βολές από γνώριμα πρόσωπα. Ο Παύλος Πολάκης, πιστός στο εκρηκτικό ύφος του, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, εξαπολύοντας δριμεία κριτική που ξεπερνά τα όρια της απλής διαφωνίας και αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής κατεύθυνσης. Με μια ανάρτηση με έντονο ειρωνικό και καυστικό πολιτικό ύφος, ο βουλευτής Χανίων έθεσε τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων, αναρωτώμενος αρχικά για τη χρησιμότητα του κειμένου.

Για τον Πολάκη, το μανιφέστο Τσίπρα μοιάζει περισσότερο με μια ετεροχρονισμένη επανάληψη των θέσεων που ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είχε ήδη ψηφίσει στο πρόσφατο συνέδριο του Ιουνίου του 2025. Η παρατήρησή του είναι σαφής ως προς το «γιατί να αναζητούμε νέες θεωρητικές βάσεις, όταν οι αποφάσεις του οργάνου είναι ήδη πιο προχωρημένες και ριζοσπαστικές;».

Ωστόσο, το πραγματικό «ζουμί» της κριτικής του δεν βρίσκεται σε όσα γράφτηκαν, αλλά σε όσα παραλείφθηκαν, με τον ίδιο να κάνει λόγο για κενά που κάθε άλλο παρά τυχαία μπορούν να θεωρηθούν. Ο Πολάκης δεν μιλά με γενικολογίες. Εστιάζει με χειρουργική ακρίβεια σε δύο κόκκινες γραμμές που, κατά την άποψή του, το κείμενο Τσίπρα αποφεύγει να αγγίξει, από τη μία την επανακρατικοποίηση στρατηγικών τομέων και από την άλλη τη βαθιά τομή στη Δικαιοσύνη.

Ακόμα πιο καυστικός εμφανίζεται στο θέμα της Δικαιοσύνης. Καλά τα γενικόλογα, λέει χαρακτηριστικά, αλλά αν δεν αλλάξει το σώμα των δικαστών και αν δεν θεσπιστούν συγκεκριμένες δικλίδες για την ταχύτατη εκδίκαση υποθέσεων διασπάθισης δημοσίου χρήματος, το σύστημα θα παραμείνει εγκλωβισμένο στις παθογένειές του.

Για τον Πολάκη, η σύγκρουση με την «ολιγαρχία της διαπλοκής» δεν είναι μια θεωρητική άσκηση, αλλά μια καθημερινή μάχη που απαιτεί συγκεκριμένα εργαλεία και πολιτική βούληση που δεν φοβάται να σπάσει αυγά. Το μήνυμά του είναι παραπάνω από σαφές απέναντι στον Τσίπρα, αφού πιστεύει ότι η ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων δεν μπορεί να χτιστεί πάνω σε ασαφή κείμενα και ακαδημαϊκές αναζητήσεις.