Στην Ελλάδα της πολιτικής επιπολαιότητας και της επιλεκτικής μνήμης, ο Πέδρο Σάντσεθ έχει αναχθεί σε κάτι σαν ηθικό φάρο της προόδου.

Οι ίδιες γραφίδες που κάποτε υμνούσαν καθετί «ευρωπαϊκό», χωρίς να διαβάζουν τα ψιλά γράμματα, σήμερα τον παρουσιάζουν ως υπόδειγμα προοδευτικού ηγέτη. Κι όμως, η πραγματικότητα είναι λιγότερο ρομαντική και πολύ πιο ωμή γεωπολιτικά.

Ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, δεν διοικεί φοιτητική ένωση δικαιωμάτων. Διοικεί κράτος. Και τα κράτη κινούνται με συμφέροντα, όχι με hashtags.

Η Μαδρίτη έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε βασικό προμηθευτή αμυντικού υλικού προς την Τουρκία. Ισπανικές εταιρείες συμμετέχουν σε κομβικά εξοπλιστικά προγράμματα της Άγκυρας, συμπεριλαμβανομένης της ναυπήγησης του τουρκικού αεροπλανοφόρου – ενός πλοίου που εντάσσεται ευθέως στο δόγμα προβολής ισχύος της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν πρόκειται για θεωρία. Πρόκειται για συμβόλαια. Κι όμως, στην Αθήνα κάποιοι επιμένουν να μιλούν για «προοδευτικό πρότυπο».
Το ζήτημα δεν είναι τι κάνει η Ισπανία. Το ζήτημα είναι τι δεν λέγεται στην Ελλάδα.

Στελέχη του ΠΑΣΟΚ, σε μια προσπάθεια να ανακτήσουν ευρωπαϊκό κύρος μέσω ιδεολογικής συγγένειας με την ισπανική σοσιαλδημοκρατία, αποφεύγουν συστηματικά να αγγίξουν το θέμα των ισπανοτουρκικών εξοπλιστικών σχέσεων. Το αφήγημα διατηρείται απλό: «κοινωνικό κράτος, δικαιώματα, θεσμική σοβαρότητα».

Όμως η εξωτερική πολιτική δεν είναι αφίσα συνεδρίου.

Ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι τμήματα της αντιπολίτευσης, τόσο από τον χώρο της λεγόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς όσο και από εθνικολαϊκές φωνές, επιδίδονται σε έναν ιδιότυπο συγχρονισμό: άλλοι επαινούν τον «δικαιωματισμό» του Σάντσεθ και άλλοι τον χρησιμοποιούν επιλεκτικά για να χτυπήσουν την ελληνική κυβέρνηση – χωρίς να αναφέρονται στην ουσία των ισπανικών επιλογών. Η πολιτική υποκρισία έχει γίνει υπερκομματική.

Όπλα, όχι συνθήματα

Η Ισπανία δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Είναι χώρα με ισχυρή αμυντική βιομηχανία. Όταν πουλάει όπλα στην Τουρκία, δεν το κάνει από ιδεολογική σύγχυση. Το κάνει επειδή εξυπηρετεί οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα.

Το ερώτημα είναι απλό: Πώς γίνεται στην Ελλάδα να υμνείται πολιτικά μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση που ενισχύει στρατιωτικά μια χώρα η οποία αμφισβητεί κυριαρχικά μας δικαιώματα;

Πώς γίνεται οι ίδιοι κύκλοι που καταγγέλλουν κάθε ευρωπαϊκή «υποχώρηση» στα Ελληνοτουρκικά να σιωπούν όταν πρόκειται για τον Ισπανό πρωθυπουργό; Η απάντηση είναι πολιτική: η εικόνα μετρά περισσότερο από την ουσία.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να επενδύσει σε μια ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα, συχνά με αναφορές σε πρόσωπα όπως ο Σάντσεθ. Όμως η πολιτική δεν είναι ανταλλαγή φιλοφρονήσεων μεταξύ κομματικών οικογενειών.

Αν ένα κόμμα θέλει να μιλά για εθνική στρατηγική, οφείλει να απαντήσει καθαρά: Θεωρεί αποδεκτή τη συμμετοχή ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας; Έχει ζητήσει εξηγήσεις σε επίπεδο ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών οργάνων; Ή επιλέγει τη σιωπή για να μη διαταραχθεί η «οικογενειακή» ισορροπία; Σε κάθε περίπτωση, η αμηχανία είναι εμφανής.

Από την άλλη πλευρά, κομμάτια της αντιπολίτευσης αξιοποιούν επιλεκτικά την ισπανική περίπτωση: όταν πρόκειται για κοινωνική πολιτική, την παρουσιάζουν ως μοντέλο. Όταν πρόκειται για εξοπλιστικά, απλώς δεν μιλούν.

Η πολιτική συνέπεια έχει αντικατασταθεί από τη διαχείριση εντυπώσεων. Η Ελλάδα όμως δεν έχει την πολυτέλεια της αφέλειας. Ζει σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες αλλάζουν γρήγορα και η ισχύς μετριέται σε τόνους μετάλλου, όχι σε δηλώσεις αρχών.

Ο Σάντσεθ μπορεί να είναι προοδευτικός σε ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων. Μπορεί να έχει εσωτερική ατζέντα που ικανοποιεί συγκεκριμένα ακροατήρια. Όμως αυτό δεν αναιρεί ότι η κυβέρνησή του ενισχύει στρατιωτικά μια χώρα που διατηρεί ανοιχτά μέτωπα με την Ελλάδα. Η ελληνική πολιτική τάξη οφείλει να σταματήσει να λειτουργεί με όρους επικοινωνιακής κατανάλωσης. Δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας αλλά εθνικής σοβαρότητας.

Και όσο η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε συνθήματα περί «δικαιωματισμού» χωρίς να εξετάζει τα εξοπλιστικά συμβόλαια, τόσο η πολιτική ανωριμότητα θα βαφτίζεται προοδευτισμός. Στο τέλος, η γεωπολιτική δεν συγχωρεί αυταπάτες.

Αρκετά με τα πολιτικά λιβανιστήρια και τις εξαγωγές «ηθικής ανωτερότητας». Στην εξωτερική πολιτική δεν υπάρχουν «σύντροφοι» και «προοδευτικά πρότυπα». Υπάρχουν συμφέροντα. Και όταν μια κυβέρνηση –όποια κι αν είναι– εξοπλίζει την Τουρκία, τότε οι φιλοφρονήσεις στην Αθήνα ακούγονται τουλάχιστον αφελείς, αν όχι προκλητικές.

Όσοι στο ελληνικό πολιτικό σύστημα –από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τμήματα της υπόλοιπης αντιπολίτευσης– επιλέγουν τη σιωπή για να μη χαλάσουν τις ευρωπαϊκές τους δημόσιες σχέσεις, οφείλουν να καταλάβουν κάτι απλό: η γεωπολιτική δεν είναι συνέδριο σοσιαλιστών ούτε πεδίο ιδεολογικής αλληλεγγύης. Είναι πεδίο ισχύος.

Κι όταν χειροκροτείς τον «δικαιωματιστή» πρωθυπουργό μιας χώρας που συνδράμει στρατιωτικά την Τουρκία, τότε είτε δεν έχεις διαβάσει τα συμβόλαια είτε τα έχεις διαβάσει και παριστάνεις πως δεν τα είδες.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους θαυμαστές ξένων ηγετών. Χρειάζεται καθαρή στάση. Διότι στο τέλος της ημέρας, τα αεροπλανοφόρα δεν κινούνται με προοδευτικά συνθήματα ούτε η ιστορία γράφεται με αυταπάτες.