Σαφείς αποστάσεις από τις δημόσιες παρεμβάσεις της Μαρίας Καρυστιανού πήρε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης.

Μιλώντας στον Real FM και στον Νίκο Χατζηνικολάου, υπογράμμισε ότι δεν αποτελεί θεσμικό συνομιλητή της κυβέρνησης και ότι οι απόψεις της δεν δεσμεύουν την πολιτεία.

Όπως ανέφερε, «με τη λογική της κυρίας Καρυστιανού, το κράτος θα έπρεπε να διοργανώνει δημοψηφίσματα κάθε δύο ή τρεις μήνες, δαπανώντας εκατομμύρια ευρώ», σημειώνοντας πως κάτι τέτοιο είναι αντίθετο με κάθε έννοια κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να υπηρετεί όλους τους πολίτες ισότιμα, χωρίς να αποδίδει ειδικό θεσμικό ρόλο σε πρόσωπα που εκφράζουν προσωπικές απόψεις. «Η κυρία Καρυστιανού, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι μία από τα εκατομμύρια των πολιτών. Δεν είναι συνομιλητής με ξεχωριστή υποχρέωση ενημέρωσης από τον Πρωθυπουργό», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι η κυβέρνηση απαντά θεσμικά μόνο όπου υπάρχει υποχρέωση, όπως σε ζητήματα δημόσιας πολιτικής, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν υφίσταται λόγος απάντησης. «Μπορούμε να ακούμε όλες τις απόψεις στο πλαίσιο της δημοκρατίας, αλλά δεν είναι όλες θεσμικές», σημείωσε.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη χρονική συγκυρία των δηλώσεων, τονίζοντας ότι «σε μια τόσο τραγική ημέρα, όπου χάθηκαν πέντε συνάνθρωποί μας, και ειδικά σε ζητήματα εθνικής πολιτικής, απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή».
Όπως είπε, «δεν είναι όλα αντικείμενο εντυπωσιασμού και δηλώσεων για πέντε ή δέκα λεπτά δημοσιότητας».

Κλείνοντας, ο Παύλος Μαρινάκης ανέφερε πως «όταν η κυρία Καρυστιανού αποφασίσει να κάνει κόμμα, τότε θα κριθεί πολιτικά», προσθέτοντας ότι «με τις απόψεις που φαίνεται να έχει, ειδικά στα εθνικά ζητήματα, δύσκολα θα μακροημερεύσει πολιτικά».

Ελληνοτουρκικά και συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν: «Διάλογος χωρίς εκπτώσεις στις κόκκινες γραμμές»

Αναφερόμενος στα ελληνοτουρκικά και στο ενδεχόμενο συνάντησης του Πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο στις αρχές Φεβρουαρίου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να συζητήσει ζητήματα κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Παράλληλα, επιτέθηκε στο «αφήγημα ενδοτικότητας», το οποίο χαρακτήρισε «εκτός τόπου και χρόνου», σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιτύχει στην εξωτερική πολιτική περισσότερα απ’ όσα έγιναν συνολικά στη μεταπολίτευση.

«Η Ελλάδα έχει μία και μοναδική διαφορά με την Τουρκία: τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, που επιθυμεί να λυθεί με βάση το διεθνές δίκαιο», τόνισε, προσθέτοντας ότι ζητήματα όπως το μεταναστευτικό και οι κοινές προκλήσεις μπορούν να συζητούνται, πάντα χωρίς να τίθενται στο τραπέζι θέματα κόκκινων γραμμών.

Ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η χώρα «δεν αιφνιδιάζεται» και ότι ο διάλογος μόνο κέρδος μπορεί να έχει, όταν συνοδεύεται από διεκδίκηση και σαφή όρια. Έφερε, μάλιστα, ως παράδειγμα τις δημόσιες απαντήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη σε θέματα μειονότητας και στη στάση της Τουρκίας απέναντι στη Χαμάς.

Για τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, ανέφερε ότι η ημερομηνία θα ανακοινωθεί τις επόμενες ημέρες και χρονικά τοποθετείται στις αρχές Φεβρουαρίου.