Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε την πίεση της ακρίβειας, υπερασπίστηκε την οικονομική πολιτική και έθεσε ως στόχο την αυτοδυναμία της ΝΔ.

Στην επιμονή της ακρίβειας, στην ανάγκη περαιτέρω αύξησης των εισοδημάτων και στη δημοσιονομική δυνατότητα της χώρας να στηρίζει τους πολίτες χωρίς νέο δανεισμό αναφέρθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας στο MEGARADIO, ενώ τοποθετήθηκε για τα ελληνοτουρκικά, το ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών, τον Αλέξη Τσίπρα, τον Αντώνη Σαμαρά, την Ακροδεξιά και την υπόθεση των υποκλοπών.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε εξαρχής ότι η χώρα διανύει «μία από τις πιο επίμονες περιόδους ανόδου των τιμών», η οποία, όπως είπε, επιβαρύνει περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα και τη μεσαία τάξη. Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση οφείλει να ξεκινά τη συζήτηση από αυτή την πραγματικότητα, καθώς διαφορετικά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «δικαιολογημένα όποιος μας ακούει θα αλλάξει σταθμό ή θα αλλάξει κανάλι».

«Τα εισοδήματα αυξάνονται, χρειάζεται μεγαλύτερη ταχύτητα»

Αναφερόμενος στα στοιχεία της Eurostat, ο κ. Μαρινάκης σημείωσε ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να επιμένει, με την Ελλάδα να βρίσκεται σε ορισμένες κατηγορίες κάτω και σε άλλες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, επικαλέστηκε τα στοιχεία για το καθαρό εισόδημα νοικοκυριών, επισημαίνοντας ότι η χώρα βρίσκεται πάνω από περισσότερα από δέκα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απορρίπτοντας την εικόνα ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει συνολικά την τελευταία θέση.

Όπως είπε, η συζήτηση για την οικονομία έχει «δύο όψεις», καθώς η άνοδος των εισοδημάτων συνυπάρχει με την επίμονη αύξηση του κόστους ζωής. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σωρευτικός πληθωρισμός των τελευταίων ετών ξεπερνά το 20%, ενώ ο μέσος μισθός έχει αυξηθεί περίπου κατά 31%, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει την ίδια εμπειρία.

Έφερε ως παράδειγμα τα νοικοκυριά που επιβαρύνονται από υψηλότερο ενοίκιο, εξηγώντας ότι η προσωπική επίπτωση του πληθωρισμού διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τις δαπάνες κάθε οικογένειας.

«Το πρόβλημα της ακρίβειας είναι αντικειμενικό δεδομένο και είναι υποχρέωσή μας να το αντιμετωπίσουμε», ανέφερε, συνδέοντας τη δυνατότητα μιας χώρας να απορροφά τέτοιες πιέσεις με το ύψος και την ανθεκτικότητα των εισοδημάτων.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η πληθωριστική κρίση βρήκε την Ελλάδα μετά από μία μακρά περίοδο οικονομικής αδυναμίας και τις απώλειες της προηγούμενης δεκαετίας σε μισθούς, συντάξεις και περιουσίες. Στο πλαίσιο αυτό, επανέλαβε την κυβερνητική θέση ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να στηρίζεται στην ανάπτυξη και στη μείωση του χρέους, χωρίς επιστροφή σε πρακτικές υπερβολικού δανεισμού.

«Δεν φτάνουν τα μέτρα, αλλά τόσα μπορούμε να δώσουμε»

Ερωτηθείς εάν τα κυβερνητικά μέτρα γίνονται αισθητά από τον μέσο πολίτη, ο κ. Μαρινάκης ανέφερε ότι η κυβέρνηση διαθέτει «όσα παραπάνω επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες» και όσα προκύπτουν από την αύξηση των δημόσιων εσόδων.

Παραδέχθηκε ότι παρεμβάσεις όπως τα 400 ευρώ προς τους συνταξιούχους ή οι φορολογικές ελαφρύνσεις για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες δεν αρκούν για να καλύψουν το σύνολο των αναγκών. Έθεσε, ωστόσο, το ερώτημα της χρηματοδότησης κάθε πρόσθετης πρότασης, αντιπαραβάλλοντας την κυβερνητική προσέγγιση με προτάσεις της αντιπολίτευσης, όπως η επαναφορά της 13ης σύνταξης.

Ο κ. Μαρινάκης ανέφερε ότι, μαζί με τις αλλαγές που θα εφαρμοστούν το 2027, η κυβέρνηση θα έχει προχωρήσει συνολικά σε 91 μειώσεις φόρων μέσα σε επτά χρόνια. Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι την ίδια περίοδο τα φορολογικά έσοδα έχουν αυξηθεί, λόγω της δημιουργίας περισσότερων θέσεων εργασίας, της ενίσχυσης των επενδύσεων και των εξαγωγών, καθώς και της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής.

Για το 2027 υπολόγισε τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο στα 2,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 1,25 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στα νέα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός και το υπόλοιπο σε ήδη προγραμματισμένες παρεμβάσεις.

«Αρκούν αυτά με τόση ακρίβεια; Θα πω εγώ πρώτος όχι», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η κυβερνητική πολιτική βασίζεται στην αξιοποίηση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου, χωρίς δημιουργία νέων ελλειμμάτων και χρέους.

Για τους ελέγχους στην αγορά σημείωσε ότι η αισχροκέρδεια και οι εικονικές εκπτώσεις προϋπήρχαν της σημερινής πληθωριστικής κρίσης, ενώ τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί ο κρατικός ελεγκτικός μηχανισμός και έχουν επιβληθεί πρόστιμα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε ορισμένες περιόδους παραβατικότητα καταγράφεται περίπου σε μία στις δέκα ελεγχόμενες περιπτώσεις.

Ελληνοτουρκικά: «Στόχος μια ισχυρότερη Ελλάδα»

Για τις σχέσεις με την Τουρκία, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε ότι τα «ήρεμα νερά» αποτελούν επιδίωξη στο πλαίσιο της καλής γειτονίας και του διαλόγου, με βασικό κυβερνητικό στόχο την περαιτέρω γεωπολιτική, διπλωματική και αμυντική ενίσχυση της χώρας.

Επανέλαβε ότι η μοναδική διαφορά που η Ελλάδα αναγνωρίζει προς επίλυση με την Τουρκία αφορά τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, με βάση το Διεθνές Δίκαιο.

Ο κ. Μαρινάκης αναφέρθηκε στις συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και στα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών, μεταξύ των οποίων τα Rafale, οι Belharra, τα F-35, η αναβάθμιση των F-16 και η «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο ενός διπλωματικού ή θερμού επεισοδίου, δήλωσε ότι δεν υπάρχει σχετική ένδειξη, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση παραμένει σε εγρήγορση χωρίς να καλλιεργεί κλίμα ανησυχίας.

Συνέδεσε παράλληλα την εξωτερική πολιτική με τη συζήτηση για την κυβερνητική σταθερότητα, υποστηρίζοντας ότι, ιδιαίτερα σε περιόδους διεθνών κρίσεων, έχει σημασία η ύπαρξη μιας κυβέρνησης με σαφή γραμμή και ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων.

Αυτοδυναμία και «καμία συνεργασία» με Τσίπρα και Σαμαρά

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέρριψε κατηγορηματικά οποιοδήποτε σενάριο συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με τον Αλέξη Τσίπρα, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια προοπτική «ό,τι πιο απίθανο» θα μπορούσε να φανταστεί.

Υποστήριξε ότι τη Νέα Δημοκρατία και τον πρώην πρωθυπουργό χωρίζει βαθιά πολιτική απόσταση, κυρίως ως προς την οικονομική πολιτική, καθώς κατηγόρησε τον κ. Τσίπρα ότι εκπροσωπεί τη λογική των δανεικών χρημάτων. Παράλληλα, σχολιάζοντας τις αντιδράσεις από το ΠΑΣΟΚ, υποστήριξε ότι η Χαριλάου Τρικούπη έχει μετακινηθεί πολιτικά προς τον χώρο στον οποίο κινείται ο πρώην πρωθυπουργός.

Εξίσου κατηγορηματικός εμφανίστηκε και για το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον Αντώνη Σαμαρά.

«Καμία απολύτως», απάντησε, συνδέοντας τη θέση αυτή με την κριτική του πρώην πρωθυπουργού στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Όπως ανέφερε, η διαφωνία έχει πολιτικά χαρακτηριστικά και δεν αφορά προσωπικές σχέσεις.

Ο κ. Μαρινάκης τόνισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει την προσφορά του Αντώνη Σαμαρά ως πρωθυπουργού, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο πρώην πρόεδρος της ΝΔ συμμετείχε στα ψηφοδέλτια του κόμματος το 2023 και συνέβαλε στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Κατά τον ίδιο, η σφοδρή σύγκρουση προέκυψε όταν ο κ. Σαμαράς επέλεξε να ασκήσει συνολική κριτική στην οικονομική και εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και να χρησιμοποιήσει χαρακτηρισμούς κατά κυβερνητικών στελεχών.

«Η μόνη καθαρή πρόταση είναι η αυτοδύναμη ΝΔ»

Αναφερόμενος στις δημοσκοπήσεις και στις επόμενες εκλογές, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εκτίμησε ότι η ΝΔ μπορεί να καταγράψει καλύτερο αποτέλεσμα από τα σημερινά ευρήματα, υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα εργαστεί περισσότερο και θα διατηρήσει, όπως είπε, «ταπεινό» ύφος απέναντι στους πολίτες.

Αναγνώρισε ότι, ακόμη και όταν οι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, οι πολίτες εξακολουθούν να βιώνουν σημαντικές πιέσεις στην καθημερινότητά τους, ιδιαίτερα από τις τιμές στα τρόφιμα και τη στέγαση.

Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η Νέα Δημοκρατία διαθέτει τη μοναδική σαφή πρόταση διακυβέρνησης, με στόχο μια νέα αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Σε περίπτωση που η ΝΔ αναδειχθεί πρώτο κόμμα χωρίς αυτοδυναμία, ξεκαθάρισε ότι θα αξιοποιήσει την πρώτη διερευνητική εντολή, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση πρέπει να σχηματιστεί με κορμό το πρώτο κόμμα και πρωθυπουργό τον αρχηγό του.

Σχολιάζοντας τη συζήτηση για ενδεχόμενη αλλαγή πρωθυπουργού στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης συνεργασίας, ανέφερε ότι τους πρωθυπουργούς «τους επιλέγουν οι πολίτες και όχι τα κλειστά γραφεία», απορρίπτοντας τα σχετικά σενάρια.

Για την Ακροδεξιά και το ενδεχόμενο συμμετοχής κόμματος που συνδέεται με τον Ηλία Κασιδιάρη στις εκλογές, παρέπεμψε στην κρίση του Αρείου Πάγου βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η πολιτική απάντηση στα ακραία κόμματα πρέπει να δίνεται μέσα από αποτελεσματικές πολιτικές, επικαλούμενος ως παράδειγμα τη διαχείριση του μεταναστευτικού.

Τέλος, για την υπόθεση των υποκλοπών, ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση σέβεται τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και απέρριψε τη λογική των «τηλεδικαστηρίων». Όπως ανέφερε, η δημόσια και πολιτική συζήτηση είναι θεμιτή, οι δικαστικές κρίσεις όμως εκδίδονται από τα αρμόδια δικαστικά όργανα και πρέπει να γίνονται σεβαστές ανεξαρτήτως αποτελέσματος.