Η στρατηγική του «αξιόπιστου συμμάχου» που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οδηγήσει σε σειρά συγκεκριμένων και μετρήσιμων ανταλλαγμάτων για την αμυντική θωράκιση της χώρας.

Η κενή αέρος κριτική που ασκούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης –με πρώτο και καλύτερο τον Νίκο Ανδρουλάκη– περί «εμπλοκής» της Ελλάδας στον πόλεμο, στην ουσία βοηθάει τον πρωθυπουργό να αναδείξει τον διεθνή πρωταγωνιστικό ρόλο της χώρας. Επιβεβαιώνοντας με τον καλύτερο τρόπο γιατί επί των ημερών του η Νέα Δημοκρατία έχει την πλήρη κυριαρχία ενός ακροατηρίου που επί σειρά ετών μονοπωλούσε το ΠΑΣΟΚ επικαλούμενο τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η εξωτερική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ελευθερίου Βενιζέλου παρουσιάζει αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία, κυρίως στη στρατηγική επιλογή της πλήρους ταύτισης με τους ισχυρούς Δυτικούς συμμάχους και την επιδίωξη αναβάθμισης του ρόλου της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης –όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος τοποθέτησε την Ελλάδα στο πλευρό της Αντάντ θεωρώντας την ως τη μόνη οδό εθνικής ολοκλήρωσης– ακολουθεί το δόγμα του αξιόπιστου συμμάχου εντός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Και οι δύο ηγέτες επεδίωξαν να καταστήσουν την Ελλάδα ενεργό παίκτη σε διεθνείς διεργασίες, η Διάσκεψη Ειρήνης Παρισίων για τον Βενιζέλο, η ενεργός εμπλοκή στην ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική για τον Μητσοτάκη, ενώ παράλληλα η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος μέσω μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων αποτελεί κοινό άξονα για τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων σε περιόδους περιφερειακής αστάθειας.

Στον παρόντα πολιτικό χρόνο, η ρητορική περί «πατριωτισμού» λόγω της χρήσης των Patriot ωθεί σύμπασα την αντιπολίτευση να κατηγορεί την κυβέρνηση για επικίνδυνη εμπλοκή της χώρας σε ξένες συγκρούσεις, ζητώντας την επιστροφή των ελληνικών συστοιχιών Patriot από το εξωτερικό (π.χ. Σαουδική Αραβία, Ουκρανία). Όπως στην εποχή του Βενιζέλου η αντιπολίτευση τον κατηγορούσε για υποτέλεια στους ξένους, σήμερα η αντιπολίτευση χρησιμοποιεί τη ρητορική των «υπερπατριωτών» ή κατηγορεί την κυβέρνηση ότι εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα στο όνομα της συμμαχικής πίστης.

Το Ιστορικό Παράλληλο

Τροφή για προβληματισμό: Όπως ο Κωνσταντίνος Α΄ υποστήριζε την ουδετερότητα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να προστατεύσει τη χώρα από την καταστροφή, έτσι και σήμερα τμήματα της αντιπολίτευσης φοβούνται ότι η πολιτική της κυβέρνησης μπορεί να οδηγήσει σε εθνικές περιπέτειες. Αντίθετα, η πλευρά του πρωθυπουργού (όπως ο Βενιζέλος) θεωρεί την ουδετερότητα παθητική στάση που οδηγεί στη γεωπολιτική απομόνωση. Η στρατηγική του «αξιόπιστου συμμάχου» που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οδηγήσει σε σειρά από συγκεκριμένα και μετρήσιμα ανταλλάγματα στην αμυντική θωράκιση της χώρας.

Η Ελλάδα με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έλαβε την επίσημη έγκριση για την αγορά έως και 40 μαχητικών F-35 πέμπτης γενιάς, μια εξέλιξη που θεωρείται ότι ανατρέπει τις ισορροπίες στο Αιγαίο. Επιπλέον, μέσω της επιστολής Μπλίνκεν, η Ελλάδα εξασφάλισε ένα σημαντικό πακέτο δωρεάν εξοπλισμού (Excess Defense Articles - EDA), που περιλαμβάνει: φρεγάτες κλάσης Freedom (LCS), μεταγωγικά αεροσκάφη C-130H και θωρακισμένα οχήματα και φορτηγά.

Να θυμίσουμε τη Στρατηγική Συμφωνία με τη Γαλλία με την υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας το 2021 (που επικαιροποιήθηκε το 2026), η οποία περιλαμβάνει τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, που ενεργοποιείται σε περίπτωση επίθεσης από τρίτη χώρα, καθώς και την απόκτηση των φρεγατών Belharra και των μαχητικών Rafale.

Καθώς και την αναβάθμιση των συστημάτων Patriot, για τους οποίους φωνάζει η αντιπολίτευση, για την αποστολή της ελληνικής συστοιχίας στη Σαουδική Αραβία, η οποία συνοδεύεται από την κάλυψη του κόστους λειτουργίας από το Ριάντ και τη χρηματοδότηση για την αναβάθμιση των ελληνικών συστημάτων στην έκδοση PAC-3.

Σ’ αυτό το σημείο να τονιστεί ότι οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία έχουν πραγματοποιήσει επιτυχείς αναχαιτίσεις βαλλιστικών πυραύλων, προσφέροντας πολύτιμη τεχνογνωσία στο προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας σε συνθήκες πραγματικής μάχης. Χάρις σ’ αυτήν τη συνεργασία με τις αραβικές χώρες (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ) δημιουργείται ένα «ανάχωμα» ασφαλείας και ενεργειακής συνεργασίας που υπερβαίνει τα στενά στρατιωτικά όρια.

Η αντιπολίτευση, ωστόσο, συνεχίζει να αμφισβητεί αν αυτά τα ανταλλάγματα ισοσκελίζουν το ρίσκο της αποδυνάμωσης της εγχώριας αεράμυνας και της μετατροπής της χώρας σε μέρος της κρίσης αντί για μέρος της λύσης. Γι’ αυτό χάνει όχι μόνο τον πατριωτικό χώρο που υποκριτικά διακονεί το ΠΑΣΟΚ, αλλά θέτει σε κίνδυνο το εθνικό συμφέρον έναντι σκοπιμοτήτων που κάθε άλλο παρά το υπηρετούν.