Το ΠΑΣΟΚ ζητά εξεταστική για υποκλοπές αμφισβητώντας τη Δικαιοσύνη, με βαριές καταγγελίες και πολιτική όξυνση που εγείρουν ζητήματα θεσμικότητας.
Η επιλογή του Νίκου Ανδρουλάκη να ζητήσει σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές, αμέσως μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου να μην επανεξετάσει την υπόθεση, δεν είναι απλώς μια πολιτική πρωτοβουλία· είναι μια συνειδητή κίνηση αμφισβήτησης της ίδιας της Δικαιοσύνης. Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα.
Όταν η ανώτατη εισαγγελική αρχή της χώρας κλείνει έναν κύκλο διερεύνησης, η μετατροπή της διαφωνίας σε γενικευμένη καταγγελία περί «υπονόμευσης του κράτους δικαίου» δεν συνιστά θεσμικό έλεγχο – συνιστά ευθεία αποδόμηση θεσμών. Η ρητορική περί «παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων» και «εκβιασμών» χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση δεν ανεβάζει τον πήχη της πολιτικής αντιπαράθεσης, τον ρίχνει επικίνδυνα.
Επικίνδυνες λογικές
Η αντιπολίτευση έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να ελέγχει την κυβέρνηση. Όμως άλλο ο έλεγχος και άλλο η κατασκευή εντυπώσεων με βαριές καταγγελίες που αγγίζουν τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας. Όταν αφήνονται υπαινιγμοί για σχέσεις της Δικαιοσύνης με το Μέγαρο Μαξίμου χωρίς αποδείξεις, το αποτέλεσμα δεν είναι διαφάνεια, αλλά διάχυση καχυποψίας στην κοινωνία.
Το αίτημα για εξεταστική επιτροπή, υπό αυτές τις συνθήκες, μοιάζει περισσότερο με πολιτικό εργαλείο πίεσης παρά με ουσιαστική αναζήτηση αλήθειας. Ιδίως όταν συνοδεύεται από κάλεσμα σε «κοινωνική αντίδραση» απέναντι στη Δικαιοσύνη, μια γραμμή που φλερτάρει με επικίνδυνες λογικές θεσμικής απονομιμοποίησης.
Η επίκληση της «ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης» την ίδια στιγμή που αμφισβητείται ευθέως η κρίση της, δημιουργεί μια προφανή αντίφαση. Δεν μπορείς να ζητείς ισχυρούς θεσμούς και ταυτόχρονα να τους αποδομείς όταν δεν σε δικαιώνουν. Αυτή η επιλεκτική θεσμικότητα δεν είναι πειστική – και σίγουρα δεν είναι υπεύθυνη.
Τακτική αντί υπευθυνότητας
Σε μια περίοδο που η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι κρίσιμες, τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν συμβάλλουν στη διαφάνεια. Αντιθέτως, ενισχύουν την πόλωση και καλλιεργούν ένα τοξικό περιβάλλον όπου κάθε απόφαση αμφισβητείται όχι με στοιχεία, αλλά με συνθήματα.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει έλεγχος. Είναι πώς γίνεται αυτός ο έλεγχος: με θεσμική σοβαρότητα και αποδείξεις ή με καταγγελίες που περισσότερο θυμίζουν πολιτική τακτική παρά υπεύθυνη αντιπολίτευση.