Οι τελευταίες κυλιόμενες μετρήσεις και το πολιτικό κλίμα που καταγράφεται στη δημόσια συζήτηση έχουν σημάνει συναγερμό στη Χαριλάου Τρικούπη.

Σε αρκετές αναγνώσεις των κυλιόμενων δημοσκοπικών τάσεων, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να δέχεται πίεση και να δίνει μάχη ακόμη και για τη διατήρηση της θέσης του στον χώρο της αντιπολίτευσης, με σενάρια που το θέλουν να κινείται μεταξύ τρίτης και –σε ορισμένες εκτιμήσεις– ακόμη και τέταρτης θέσης.

Το πολιτικό μήνυμα είναι βαρύ: ένα κόμμα που πριν από μήνες επένδυε στην εικόνα της επιστροφής και φιλοδοξούσε να παρουσιαστεί ως η αξιόπιστη εναλλακτική εξουσίας, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ερωτήματα για τη στρατηγική του και την αποτελεσματικότητα της ηγεσίας του.

Στο εσωτερικό του κόμματος, σύμφωνα με όσα συζητούνται στο πολιτικό παρασκήνιο, η ατμόσφαιρα μόνο άνετη δεν είναι και η πίεση προς τον Νίκο Ανδρουλάκη αυξάνεται, καθώς οι προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί συγκρούονται με μια πολύ πιο απαιτητική πραγματικότητα. Γιατί στην πολιτική, δεν είναι μόνο η πτώση που δημιουργεί πρόβλημα – είναι η αίσθηση ότι η στιγμή περνά και δεν αξιοποιείται. Και αυτό είναι που κάνει το κλίμα ακόμα πιο βαρύ για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

Στην πολιτική υπάρχει ένας άγραφος κανόνας: υπάρχουν περίοδοι που τα κόμματα ανεβαίνουν από τη δική τους δυναμική και περίοδοι που ανεβαίνουν επειδή ο αντίπαλος χάνει έδαφος. Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, αρκετοί πίστεψαν ότι συνέβαιναν και τα δύο μαζί. Η κυβέρνηση εμφάνιζε σημάδια φθοράς, ο χώρος της αντιπολίτευσης έδειχνε κατακερματισμένος και το ΠΑΣΟΚ είχε θεωρητικά μπροστά του μια ιστορική ευκαιρία να ξαναμπεί με αξιώσεις στο κέντρο του πολιτικού παιχνιδιού.

Αντί όμως να πατήσει γκάζι, έμοιαζε να κρατά χειρόφρενο. Σήμερα, όλο και περισσότεροι στο πολιτικό παρασκήνιο δεν συζητούν για το αν το ΠΑΣΟΚ θα γίνει κυβέρνηση, αλλά για κάτι πολύ πιο σκληρό: αν κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια μόνιμη κατάσταση πολιτικής μετριότητας, εκεί όπου οι προσδοκίες είναι μεγάλες αλλά τα αποτελέσματα μικρά.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης εξελέγη με το αφήγημα της ανανέωσης, της σοβαρότητας και της επιστροφής του κόμματος σε τροχιά πρωταγωνιστική. Υποσχέθηκε ένα διαφορετικό μοντέλο ηγεσίας. Λιγότερη φασαρία, περισσότερη ουσία. Λιγότερη τηλεοπτική υπερέκθεση, περισσότερη πολιτική δουλειά.

Όμως η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός χαμηλών τόνων. Και όταν η εικόνα του «σοβαρού και μετρημένου» δεν συνοδεύεται από καθαρό στίγμα, εύκολα μετατρέπεται σε εικόνα διστακτικότητας.

Η μεγαλύτερη κατηγορία που ακούγεται πλέον –όχι μόνο από αντιπάλους αλλά και από ανθρώπους που κινούνται στον ευρύτερο χώρο– είναι ότι το ΠΑΣΟΚ επί Ανδρουλάκη απέκτησε ένα επικίνδυνο χαρακτηριστικό: έγινε πολιτικά προβλέψιμο χωρίς να γίνει πολιτικά απαραίτητο.

Σε κρίσιμα ζητήματα έμοιαζε να αναζητεί συνεχώς τη σωστή ισορροπία. Ούτε πλήρης σύγκρουση ούτε καθαρή διαφοροποίηση. Ούτε αντισυστημική γλώσσα ούτε ξεκάθαρη κυβερνητική πρόταση. Μια μόνιμη προσπάθεια να μη χαθεί κανείς, που τελικά κινδύνεψε να μη συγκινήσει κανέναν.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που χρεώνεται στην ηγεσία είναι η αίσθηση ότι το κόμμα λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διαχείρισης παρά ως πολιτικός οργανισμός παραγωγής ιδεών. Οι δημόσιες παρεμβάσεις συχνά δίνουν την εικόνα κόμματος που αντιδρά στα γεγονότα αντί να τα καθορίζει. Και εδώ αρχίζει η δύσκολη συζήτηση.

Γιατί ένα κόμμα που ιστορικά συνδέθηκε με μεγάλα πολιτικά αφηγήματα, κοινωνικές συμμαχίες και ισχυρές προσωπικότητες, σήμερα μοιάζει να δυσκολεύεται να επιβάλει την ατζέντα του ακόμη και όταν οι συνθήκες θεωρητικά το ευνοούν.

Στο παρασκήνιο, όσο οι δημοσκοπικές ενδείξεις προκαλούν προβληματισμό, τόσο μεγαλώνει και η εσωτερική συζήτηση για το αν η στρατηγική χρειάζεται επανεκκίνηση. Δεν είναι απαραίτητα ζήτημα προσώπου. Είναι κυρίως ζήτημα πολιτικής κατεύθυνσης.

Η κριτική προς τον Ανδρουλάκη συνοψίζεται σε μια φράση που ακούγεται όλο και πιο συχνά:

«Το ΠΑΣΟΚ έμοιαζε να περιμένει να του δοθεί ο χώρος αντί να τον κατακτήσει». Και στην πολιτική, ο χώρος δεν χαρίζεται.
Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που προκαλεί συζητήσεις: η διαχείριση των προσδοκιών
. Όταν για μήνες καλλιεργείται η αίσθηση ότι η μεγάλη επιστροφή είναι κοντά και στη συνέχεια η εικόνα δεν επιβεβαιώνει τον στόχο, η απογοήτευση είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι αν δεν είχαν δημιουργηθεί τόσο υψηλές προσδοκίες εξαρχής.

Έτσι, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Είναι το κλίμα. Γιατί όταν ένα κόμμα αρχίζει να μιλά περισσότερο για το πώς θα σταματήσει τη φθορά παρά για το πώς θα κερδίσει, τότε αλλάζει όλο το ψυχολογικό υπόβαθρο.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο Ανδρουλάκης μπορεί να αντέξει την πίεση. Οι πολιτικοί κρίνονται μέσα από δύσκολες φάσεις.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει ότι υπάρχει δεύτερο κεφάλαιο. Ότι υπάρχει σχέδιο πέρα από τη διαχείριση της καθημερινότητας. Ότι το ΠΑΣΟΚ δεν αρκείται να είναι ένας «κανονικός τρίτος», αλλά διεκδικεί ξανά πολιτική πρωτοβουλία.

Διότι η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από ηγέτες που δεν ηττήθηκαν επειδή έκαναν ένα μεγάλο λάθος. Ηττήθηκαν επειδή άφησαν να περάσει η στιγμή τους. Και αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό ερώτημα που αρχίζει να ακούγεται: αν τελικά η περίοδος που περνά δεν είναι απλώς μια δύσκολη φάση για το ΠΑΣΟΚ, αλλά η χαμένη ευκαιρία μιας ολόκληρης πολιτικής στρατηγικής.