Το ΠΑΣΟΚτου Ανδρουλάκη γίνεται «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ», αφού διεκδικεί την εξουσία, αλλά χωρίς να εξηγεί μαζί με ποιους θα φτάσει εκεί.
Η ασάφεια ως πολιτική γραμμή
Το ΠΑΣΟΚ θέλει να γίνει κυβέρνηση, αλλά αποφεύγει επιμελώς να εξηγήσει με ποιους θα κυβερνήσει. Θέλει να εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη, αλλά φλερτάρει με τη ρητορική που κάποτε κατήγγελλε. Και όσο ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να κρατήσει όλες τις πόρτες ανοιχτές, τόσο το πράσινο αρχίζει να… ροδίζει.
«Σοφόν το ασαφές» θα μπορούσε να είναι το νέο πολιτικό σύνθημα της Χαριλάου Τρικούπη. Γιατί το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη έχει καταφέρει κάτι πραγματικά αξιοσημείωτο: να διεκδικεί με ολοένα μεγαλύτερη ένταση την εξουσία, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια την πολιτική εξίσωση μέσω της οποίας σκοπεύει να φτάσει σε αυτή.
Ο «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ»
Το σημερινό ΠΑΣΟΚ θυμίζει όλο και περισσότερο έναν ΣΥΡΙΖΑ με πράσινη συσκευασία. Οχι επειδή τα δύο κόμματα ταυτίζονται ιστορικά ή ιδεολογικά, αλλά επειδή η Χαριλάου Τρικούπη φαίνεται να ανακαλύπτει σταδιακά τη γοητεία μιας παλιάς συνταγής: πρώτα συγκροτούμε το αντιπολιτευτικό μέτωπο και για το τι ακριβώς θα κάνουμε μετά… έχει ο Θεός.
Η καταγγελία προηγείται της πρότασης. Η αντι-ΝΔ ταυτότητα προηγείται της κυβερνητικής ταυτότητας. Και το «να φύγουν αυτοί» κινδυνεύει να γίνει σημαντικότερο από το «τι ακριβώς θα κάνουμε εμείς». Μόνο που αυτή την ταινία η Ελλάδα την έχει ξαναδεί. Και θυμάται και το τέλος της.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί έναν εντυπωσιακό πολιτικό ακροβατισμό. Θέλει το ΠΑΣΟΚ να είναι ταυτόχρονα κεντροαριστερό και ριζοσπαστικό, θεσμικό και οργισμένο, μεταρρυθμιστικό και καταγγελτικό. Ενα πολιτικό μενού για κάθε γούστο. Στους κεντρώους προσφέρεται «σοβαρότητα». Στους αριστερότερους σκληρή αντιδεξιά ρητορική. Στους παλιούς Πασόκους αναμνήσεις κυβερνητικής παράταξης. Και στους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ μια υπόσχεση ότι μπορούν να βρουν περίπου το ίδιο πολιτικό συναίσθημα, αλλά αυτή τη φορά σε πράσινο περιτύλιγμα.
Με ποιους θα κυβερνήσει;
Και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα: Με ποιον θα κυβερνήσει ο κ. Ανδρουλάκης; Με τη Νέα Δημοκρατία λέει όχι. Αυτοδύναμο ΠΑΣΟΚ; Μακάρι για το ΠΑΣΟΚ, αλλά αυτό δεν αποφασίζεται στις κομματικές συνεδριάσεις. Αποφασίζεται στην κάλπη.
Εάν λοιπόν οι αριθμοί δεν βγαίνουν, τι γίνεται; Θα αναζητηθεί «προοδευτική κυβέρνηση»; Με ποιους; Με τον ΣΥΡΙΖΑ ή ό,τι έχει απομείνει και προκύψει από τις διασπάσεις του; Με νέους σχηματισμούς της Αριστεράς; Με ενδεχόμενη πολιτική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα; Ποιοι χωρούν και ποιοι περισσεύουν από το περιβόητο «προοδευτικό μέτωπο»;
Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να λεηλατήσει πολιτικά τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Απολύτως λογικό εκλογικά. Μόνο που στην προσπάθεια να πάρει τους ψηφοφόρους του, κινδυνεύει να πάρει μαζί και τις πολιτικές του συνήθειες: την υπερβολή, την καταγγελία, τη λογική του μετώπου. Και κυρίως την πεποίθηση ότι αρκεί να συσπειρώσεις τους δυσαρεστημένους για να αποκτήσεις αυτομάτως σχέδιο διακυβέρνησης. Δεν αρκεί.
Η ευθύνη των καθαρών απαντήσεων
Το ιστορικό ΠΑΣΟΚ, καλώς ή κακώς, δεν κρυβόταν πίσω από δημιουργικές ασάφειες. Διεκδικούσε εξουσία και το έλεγε. Επαιρνε θέση και αναλάμβανε το κόστος της. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ μοιάζει κάποιες φορές να αναζητεί έναν πολύ πιο βολικό δρόμο: να εισπράξει τα πολιτικά οφέλη της κυβερνητικής φιλοδοξίας χωρίς να πληρώσει ακόμη το τίμημα των καθαρών απαντήσεων. Ετσι όμως οικοδομείται ένας πολιτικός χαμαιλέοντας.
Η Ελλάδα χρειάζεται κόμματα που λένε καθαρά τι θέλουν, τι μπορούν και κυρίως με ποιους σκοπεύουν να κυβερνήσουν. Μέχρι τότε, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη μπορεί να επιμένει ότι αποτελεί τη μεγάλη εναλλακτική κυβερνητική λύση. Αλλά όσο αποφεύγει τις δύσκολες απαντήσεις, τόσο θα αιωρείται πάνω από τη Χαριλάου Τρικούπη μια ενοχλητική πολιτική υποψία: Μήπως τελικά δεν παρακολουθούμε την επιστροφή του παλιού ΠΑΣΟΚ, αλλά τη γέννηση ενός νέου «πράσινου ΣΥΡΙΖΑ»; Πράσινο στο σήμα. Ροζ στη ρητορική. Θολό στις συνεργασίες.
Και όταν φτάνουμε στην πιο κρίσιμη ερώτηση –«με ποιους και πώς θα κυβερνήσετε;»– η απάντηση παραμένει σταθερή: Το πραγματικό πρόβλημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη δεν είναι ότι το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να μοιάσει με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ότι, στην αγωνία του να κληρονομήσει τα πολιτικά του απομεινάρια, κινδυνεύει να κληρονομήσει και τα αδιέξοδά του.