Μια άλλη Κρήτη. Πιο φτωχή σε υλικά αγαθά, αλλά πλούσια σε συναισθήματα, σχέσεις και κοινές εμπειρίες.

Έτσι περιγράφονται οι ημέρες μέχρι το Πάσχα στην ενδοχώρα του Ηρακλείου, μέσα από τις αναμνήσεις του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Μανώλη Λαγουδιανάκη, που αποτυπώνουν έναν κόσμο όπου τα έθιμα δεν ήταν απλώς παραδόσεις, αλλά τρόπος ζωής.

Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Λαγουδιανάκης από το Σμάρι Πεδιάδος, ανέφερε ότι μόλις τέλειωναν οι Απόκριες, άρχιζαν την αντίστροφη μέτρηση για τον ερχομό του Πάσχα, με την αρχή να γίνεται την Καθαρά Δευτέρα, τη μέρα που «πέταγε» ο αυτοσχέδιος χαρταετός, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την έναρξη της Σαρακοστής.

img-6273.jpeg
img-6276.jpeg



Η καθημερινότητα άλλαζε, όπως τονίζει ο κ. Λαγουδιανάκης, καθώς η νηστεία, η εκκλησία και η προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα έμπαιναν στο επίκεντρο.

«Κάθε Παρασκευή πηγαίναμε στην εκκλησία για να ακούσουμε τον Ακάθιστο Ύμνο», αναφέρει, ενώ τα παιδιά προετοιμάζονταν ακόμη και μέσα από το σχολείο, αφού έκαναν πρόβες για να μάθουν να λένε τα εγκώμια , για να τα ψάλλουν τη Μεγάλη Παρασκευή.

Η προετοιμασία δεν ήταν ατομική υπόθεση. Ήταν μια συλλογική εμπειρία, η οποία ένωνε ολόκληρη την κοινότητα. Την παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως, μικροί και μεγάλοι μάζευαν λουλούδια για τις «ροδαρές», μικρά μπουκέτα που μοιράζονταν στην εκκλησία, ενώ λίγο αργότερα, το Σάββατο του Λαζάρου , η μέρα αποκτούσε ξεχωριστή σημασία για τα παιδιά.

img-6272.jpeg
img-6277.jpeg



«Αρχίζαμε να μαζεύουμε “πέρδικες” που ονομάζαμε τις κρητικές ορχιδέες, για να φτιάξουμε τον «Λάζαρο», δηλαδή το στεφάνι που είναι φτιαγμένο με λουλούδια και στερεωμένο σε καλάμι. Το πρωί ξεκινούσαμε για να πούμε τα κάλαντα», ανέφερε ο κ. Λαγουδιανάκης, επισημαίνοντας ότι με ένα καλάθι στο χέρι, τα παιδιά γύριζαν το χωριό και μάζευαν αυγά, σε μια εικόνα που σήμερα μοιάζει μακρινή.

Η Μεγάλη Εβδομάδα ερχόταν για να κορυφώσει τη σύνδεση με την πίστη και την παράδοση. Τη Μεγάλη Πέμπτη, το βάψιμο των αυγών, όπως τόνισε, συνδυαζόταν με συμβολικές πράξεις: «Κρατούσαμε ένα κορδόνι και κάναμε έναν κόμπο σε κάθε Ευαγγέλιο και το φορούσαμε σαν φυλαχτό», ενώ την ίδια ημέρα ετοιμαζόταν και ο σταυρός με τη σπαραγγιά (αγκαθωτός θάμνος), που θα συνόδευε τα παιδιά την επόμενη.

img-6278.jpeg



«Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί γυρνούσαμε το χωριό για να πούμε τα Πάθη του Χριστού» ενώ το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, η κοινότητα γινόταν ένα. Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με αυτοσχέδιο φωτισμό και λιβάνι, οι κάτοικοι περίμεναν την περιφορά του Επιταφίου έξω από τα σπίτια τους.

«Σε κάθε σπίτι σταματούσαν, σήκωναν τον Επιτάφιο και περνούσαν από κάτω οι ένοικοι», θυμάται, ενώ προσθέτει από αυτά που έχει ως ζωηρές αναμνήσεις, ότι η πομπή κατέληγε στο κοιμητήριο, όπου η κοινότητα των ζωντανών συναντούσε τη μνήμη των νεκρών, σε μια τελετουργία βαθιάς συγκίνησης.

Την επομένη, το Μεγάλο Σάββατο, η προσμονή κορυφωνόταν, με τα παιδιά που γύριζαν καθόλη την διάρκεια της εβδομάδας, να έχουν ήδη μαζέψει ξύλα για τη «φουνάρα», το κάψιμο του Ιούδα, δηλαδή.

Όπως θυμάται ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός, «με το “Χριστός Ανέστη” ανάβαμε τη φωτιά», ενώ κάθε παιδί κρατούσε στην τσέπη του ένα κόκκινο αυγό ή ένα καλιτσούνι, για να το φάει μόλις ακουγόταν το χαρμόσυνο μήνυμα. Ο κ. Λαγουδιανάκης, θυμάται ότι ακολουθούσε το οικογενειακό τραπέζι μέσα στη νύχτα και, την επόμενη ημέρα, η «δεύτερη Ανάσταση» στην εκκλησία, που σήμαινε και το τέλος των εορτασμών.

«Είχαμε λιγότερα, αλλά ήμασταν πιο κοντά» είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με συγκίνηση ο Μανώλης Λαγουδιανάκης, που δεν παρέλειψε να τονίσει ότι «πίσω από τα έθιμα, πάντα υπήρχε και υπάρχει κάτι βαθύτερο, που είναι η συνοχή της κοινότητας».

Οι κοινές προετοιμασίες, οι διαδρομές στα σοκάκια, οι εκκλησιαστικές τελετές και οι συμβολικές πράξεις δεν ήταν απλώς παραδόσεις. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ένιωθαν ότι ανήκουν κάπου, χτίζοντας δεσμούς που έκανε ολόκληρα χωριά , να λειτουργούν σαν μια μεγάλη οικογένεια.

Δεσμοί που, όπως αποτυπώνονται μέσα από αυτές τις μνήμες, διαμόρφωσαν γενιές ανθρώπων, όπως τη γενιά του κ. Λαγουδιανάκη, ο οποίος επισήμανε ότι μέχρι σήμερα σε ένα σημαντικό μέρος προσπαθούν στο χωριό του το Σμάρι Πεδιάδος, να διατηρούν όσα έθιμα μπορούν, για να γυρίζουν σε αυτές τις μνήμες και μαζί στην αίσθηση του «μαζί».