Πλησιάζει η ώρα της απόδοσης ποινικών ευθυνών για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών με τους 57 νεκρούς.

Τρία χρόνια ύστερα από τη νύχτα που 57 άνθρωποι δεν γύρισαν ποτέ στο σπίτι τους, η υπόθεση των Τεμπών οδηγείται –επιτέλους– στη Δικαιοσύνη, η οποία θα έχει τον τελικό λόγο, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες. Στις 23 Μαρτίου, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, ξεκινά η κύρια δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα, με 36 κατηγορούμενους, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι επιχειρούν να εμποδίσουν τη διεξαγωγή της.

Μάλιστα, πέντε ακόμη σχετικές υποθέσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, δύο εκ των οποίων έχουν ήδη φτάσει στον Άρειο Πάγο. Η πιο γνωστή αφορά το λεγόμενο «μπάζωμα», με βασικό ελεγχόμενο τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο, ο οποίος ερευνάται βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών για παράβαση καθήκοντος.

Μαζί του ελέγχονται ακόμη επτά πρόσωπα, ανάμεσά τους και ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Κώστας Αγοραστός. Όλοι απολογήθηκαν τον Δεκέμβριο ενώπιον της αρεοπαγίτη ανακρίτριας Φωτεινής Μηλιώνη, με την τελική κρίση για την παραπομπή ή μη στο Ειδικό Δικαστήριο να ανήκει στο Δικαστικό Συμβούλιο του άρθρου 86.

Στο ίδιο μονοπάτι κινείται και η υπόθεση του πρώην υπουργού Κώστα Καραμανλή, επίσης για παράβαση καθήκοντος. Η ανακριτική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, με τον ειδικό ανακριτή να έχει ήδη δεχθεί παραστάσεις προς υποστήριξη της κατηγορίας από συγγενείς θυμάτων.

Ταυτόχρονα, στις 6 Μαρτίου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, έχει προσδιοριστεί και η εκδίκαση της υπόθεσης δύο ελεγκτών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Οι κατηγορίες αφορούν παράβαση καθήκοντος κατά τον έλεγχο της περίφημης Σύμβασης 717, καθώς δεν προχώρησαν σε ποσοτικοποίηση της ζημίας.

Η δίκη είχε αναβληθεί τον Νοέμβριο προκειμένου να παρασταθεί το ελληνικό Δημόσιο προς υποστήριξη της κατηγορίας – την ώρα που, μέσω ειδικής διάταξης, εκπροσωπεί ταυτόχρονα και τους κατηγορούμενους μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Εντός του 2026 αναμένεται να φτάσει στο ακροατήριο και το σκέλος της ίδιας της Σύμβασης 717. Υπογράφηκε το 2014, είχε αρχικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2016 και κατέληξε με επτά διαδοχικές παρατάσεις. Για την υπόθεση αυτή διώκονται 23 πρόσωπα –πολλά εκ των οποίων περιλαμβάνονται και στη βασική δικογραφία των Τεμπών– με κατηγορίες όπως η ηθική αυτουργία σε απάτη σχετική με επιχορηγήσεις και η ψευδής βεβαίωση. Η δικογραφία έχει συνενωθεί με ακόμη μία, που αφορά αποζημίωση περίπου 3 εκατ. ευρώ προς την κοινοπραξία υλοποίησης του έργου.

Με λίγα λόγια, όσο οι υποθέσεις περνούν από το επίπεδο των πολιτικών εντυπώσεων στο επίπεδο των αποδείξεων, τόσο ορισμένοι επιμένουν σε έναν λόγο καταγγελτικό, γεμάτο υπαινιγμούς, εύκολους χαρακτηρισμούς και θεωρίες που προεξοφλούν ενοχές. Οι αναφορές σε «νονούς», «ξυλόλια» και «χαμένα βαγόνια» δεν προσθέτουν ουσιαστικά αποδεικτική ύλη σε καμία δικογραφία.

Αντιθέτως, μεταφέρουν τη συζήτηση από το πεδίο της της πολιτικής κατανάλωσης, προκειμένου κόμματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική Λύση να κερδίζουν πόντους, λαϊκίζοντας και επενδύοντας στον πόνο μιας ολόκληρης κοινωνίας. Και όσο πλησιάζει η ώρα της κρίσης από τα δικαστήρια, τόσο αυτή η τακτική μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια προκαταβολικής ετυμηγορίας.

Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος θα κερδίσει πόντους στη δημόσια σφαίρα, αλλά αν η Δικαιοσύνη θα μπορέσει να λειτουργήσει απερίσπαστη. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική απάντηση στο αίτημα των συγγενών των θυμάτων περί δικαιοσύνης. Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο για όσους έχτισαν πολιτική καριέρα πάνω στην οργή, καθώς η απόφαση του δικαστηρίου θα δείξει αν και ποιοι είναι οι ένοχοι, αν υπήρχαν ξυλόλια και χαμένα βαγόνια.

Αξιολόγηση ουσίας με θεσμικούς όρους

Με την έναρξη της δίκης κάθε κατεργάρης –όπως υπογραμμίζουν ορισμένοι– θα πάει πράγματι στον πάγκο του, αφού η σπέκουλα θα σταματήσει και τα πραγματικά δεδομένα (όποια και να είναι αυτά) θα παρουσιαστούν ενώπιον της Δικαιοσύνης, η οποία θα τα κρίνει και θα αποδώσει ευθύνες.

Εν κατακλείδι, η εκκίνηση της κύριας δίκης και η παράλληλη εξέλιξη των επιμέρους υποθέσεων σηματοδοτούν την είσοδο της υπόθεσης των Τεμπών σε μια φάση ουσιαστικής δικαστικής αξιολόγησης. Το αποτέλεσμα αυτής της πορείας θα κριθεί αποκλειστικά από τα αρμόδια δικαστικά όργανα, τα οποία καλούνται να αποφανθούν με θεσμικούς όρους, μακριά από την ένταση της δημόσιας αντιπαράθεσης.