Με αφορμή το ναυάγιο στη Χίο, ο ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζει τα σύνορα «απειλή», εργαλειοποιεί την τραγωδία και επαναφέρει το δόγμα των ανοιχτών θυρών.

Κάθε φορά που η πραγματικότητα γίνεται δύσκολη, ο ΣΥΡΙΖΑ καταφεύγει στο ίδιο καταφύγιο: τον επιλεκτικό «ανθρωπισμό». Με αφορμή την τραγωδία στη Χίο, η ανακοίνωση της Κουμουνδούρου δεν ζητά απλώς διερεύνηση - προχωρά ένα βήμα παραπέρα, στήνοντας ένα ιδεολογικό δικαστήριο όπου ένοχοι είναι εκ προοιμίου τα σύνορα, η φύλαξή τους και όσοι τολμούν να μιλήσουν για έλεγχο και αποτροπή.

Στο αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ, η κοινωνία χωρίζεται απλοϊκά σε «καλούς» και «κακούς»: από τη μία οι προοδευτικοί που «βλέπουν ανθρώπους» και από την άλλη μια κυβέρνηση που – υποτίθεται – βλέπει «εισβολείς». Μόνο που αυτή η καρικατούρα δεν είναι πολιτική ανάλυση· είναι ιδεοληπτική κατασκευή. Γιατί όταν κάθε μορφή φύλαξης συνόρων βαφτίζεται απειλή και κάθε αποτροπή παρουσιάζεται ως έγκλημα, το μόνο που μένει χωρίς κριτική είναι τα κυκλώματα διακινητών.

Τα ανεξέλεγκτα περάσματα πολλαπλασιάζουν τους θανάτους

Η επίκληση στα pushbacks, οι καταδίκες, οι επιλεκτικές αναφορές σε αποφάσεις και η διαρκής καχυποψία απέναντι στο Λιμενικό δεν συνιστούν λύση. Συνιστούν πολιτική ευκολία. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγει συστηματικά να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: πώς σώζονται ανθρώπινες ζωές χωρίς να μετατραπεί η χώρα σε ξέφραγο πέρασμα; Γιατί η εμπειρία έχει δείξει ότι τα ανεξέλεγκτα περάσματα δεν μειώνουν τους θανάτους - τους πολλαπλασιάζουν.

Τελικά, πίσω από τα μεγάλα λόγια περί ανθρωπισμού, ξεπροβάλλει η παλιά συνταγή: σύνορα υπό αμφισβήτηση, κράτος σε άμυνα και μια πολιτική γραμμή που, συνειδητά ή όχι, στέλνει λάθος μήνυμα. Όταν το κράτος παρουσιάζεται ως ο βασικός ύποπτος και όχι οι διακινητές, τότε ο «ανθρωπισμός» παύει να είναι αξία και γίνεται άλλοθι. Και αυτό το έργο, η κοινωνία το έχει ξαναδεί - και το έχει πληρώσει ακριβά.