Πρακτικές των παραγωγών δημιουργούν τεχνητή έλλειψη στην αγορά με αποτέλεσμα η τιμή λιανικής να έχει αυξηθεί κατά 100% μέσα σε πέντε χρόνια.

Η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού που δόθηκε στη δημοσιότητα έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πλέον επίσημο τρόπο αυτό που κάθε ελληνικό νοικοκυριό αντιλαμβάνεται εδώ και μήνες στις επισκέψεις του στο σουπερμάρκετ. Τα τελευταία χρόνια η τιμή του ελαιόλαδου στην Ελλάδα έχει γίνει μια ιστορία που συμπυκνώνει την κρίση της αγοράς τροφίμων, την πίεση από την παραγωγή μέχρι το ράφι, αλλά και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, διαπιστώνουμε ότι το 2019 και το 2021 οι τιμές λιανικής για το τύπου έξτρα παρθένο ελαιόλαδο κυμαίνονταν γύρω στα 6-7 ευρώ/λίτρο στα περισσότερα σουπερμάρκετ, με σχετικά σταθερή συμπεριφορά μέσα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας αυτής. Αυτό άλλαξε ριζικά από το 2022 και μετά, ενώ οι τιμές εκτοξεύθηκαν το 2023 και το 2024 έφτασαν να ξεπερνούν ακόμη και τα 14 ευρώ/λίτρο, περίπου διπλάσια σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τιμές παραγωγού για κάποιες περιόδους των ετών 2023 και 2024 αυξήθηκαν δραματικά, με τον Δείκτη Τιμών Εκροών στη γεωργία να δείχνει πολύ υψηλές ετήσιες μεταβολές ειδικά για το ελαιόλαδο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής η αγορά αντιμετώπισε αλυσιδωτές αυξήσεις καθώς οι χρόνιες ξηρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα μείωσαν την παραγωγή σε βασικές χώρες της Μεσογείου όπως η Ισπανία, η Ελλάδα και η Ιταλία, γεγονός που ώθησε τις τιμές λιανικής και παραγωγού προς τα πάνω.

Η ΕΛΣΤΑΤ και άλλοι φορείς κατέγραψαν αυξήσεις της τάξης του 60%-70% μέσα σε έναν μόνο χρόνο σε κάποιες περιόδους, δείχνοντας πόσο ασυνήθιστα απότομη ήταν αυτή η άνοδος. Πέρα από τα στοιχεία τιμών παραγωγού, υπήρξαν και στιγμές όπου οι τιμές στα σουπερμάρκετ άγγιξαν σχεδόν τα 15 ευρώ/λίτρο για εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ειδικά στα μέσα του 2023 και στις αρχές του 2024, κάτι που σήμαινε ότι ένα παραδοσιακό βασικό προϊόν διατροφής είχε γίνει για πολλούς καταναλωτές είδος πολυτελείας.

Το 2025 και το 2026 οι τάσεις δείχνουν μια επιστροφή σε πιο κανονικά επίπεδα σε σχέση με την κορύφωση, αλλά πάντα σε ιστορικά υψηλότερα επίπεδα από τα προ πανδημίας χρόνια. Σε πρόσφατες εκτιμήσεις αναφέρθηκε πως οι μέσες λιανικές τιμές κινήθηκαν γύρω στα 7-8 ευρώ/λίτρο στα τέλη του 2025, με κάποιες αποκλίσεις ανάλογα με την ποιότητα και την περιοχή πώλησης.

Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα που επιχειρεί να απαντήσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι εάν πίσω από αυτές τις αυξήσεις κρύβεται κάποιο οργανωμένο καρτέλ των μεγάλων αλυσίδων λιανικής. Η απάντηση των ελεγκτών είναι προσεκτική αλλά αποκαλυπτική. Δεν εντοπίζεται μια ενιαία, συντονισμένη πρακτική μεταξύ των σουπερμάρκετ, καθώς οι τιμές και οι προσφορές παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από κατάστημα σε κατάστημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής είναι προστατευμένος.

Η έρευνα δείχνει ότι το συνολικό επίπεδο των τιμών παραμένει τεχνητά ψηλά, καθώς η αγορά έχει προσαρμοστεί σε μια νέα «κανονικότητα» ακρίβειας, την οποία οι επιχειρήσεις συντηρούν μέσα από διαφορετικές αλλά εξίσου επιβαρυντικές στρατηγικές τιμολόγησης. Η έρευνα διαπιστώνει όσα συμβαίνουν στα προηγούμενα στάδια της παραγωγής.

Εκεί εντοπίζονται πρακτικές που στραγγαλίζουν την προσφορά. Η αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων από παραγωγούς ή συνεταιρισμούς, με την ελπίδα να πουληθούν αργότερα σε ακόμη υψηλότερες τιμές, δημιουργεί μια τεχνητή έλλειψη που τροφοδοτεί τη φωτιά της ακρίβειας. Την ίδια στιγμή, οι μαζικές εξαγωγές χύμα ελαιόλαδου, κυρίως προς την Ιταλία, αποδυναμώνουν τα εγχώρια αποθέματα.