Οι χώρες του Περσικού Κόλπου βρίσκονται σήμερα παγιδευμένες σε ένα στρατηγικό παράδοξο.
Δεν ήθελαν τον πόλεμο με το Ιράν, γιατί η δική τους επιβίωση δεν εξαρτάται πια μόνο από την ισχύ των όπλων, αλλά από την ισχύ της σταθερότητας, από τις επενδύσεις, τα χρηματοοικονομικά κέντρα, τον τουρισμό, τις ενεργειακές ροές, την ασφάλεια των πόλεών τους και το αφήγημα του εκσυγχρονισμού που προβάλλουν προς τον κόσμο.
Γι’ αυτό –και ειδικά η Σαουδική Αραβία– επένδυσε τα τελευταία χρόνια στην αποκλιμάκωση των σχέσεών της με την Τεχεράνη. Όμως ο πόλεμος που δεν ήθελαν, τους χτύπησε την πόρτα.
Το πραγματικό τους δίλημμα δεν είναι αν προτιμούν τη σύγκρουση ή την ειρήνη. Είναι αν τους συμφέρει περισσότερο μια γρήγορη λήξη του πολέμου ή μια έκβαση που θα αφήσει πίσω ένα Ιράν που θα είναι μεν τραυματισμένο, αλλά ακόμη ικανό να εκβιάζει μέσω πυραύλων, drones, πληρεξουσίων και του ελέγχου των θαλάσσιων διαδρόμων.
Αυτό ακριβώς εξηγεί το γιατί αραβικές χώρες του Κόλπου πιέζουν πλέον την Ουάσιγκτον όχι απλώς να τελειώσει τον πόλεμο, αλλά να μην επιτρέψει επιστροφή στο παλιό status quo. Το αίτημά τους είναι σαφές: Εάν τελειώσει η αμερικανική στρατιωτική παρουσία και παραμείνει ο ιρανικός μηχανισμός απειλής, οι ΗΠΑ θα απομακρυνθούν, αλλά οι Άραβες θα συνεχίσουν να ζουν δίπλα σε έναν αναθεωρητικό γείτονα που θα αναζητήσει εκδίκηση με ασύμμετρα μέσα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μεγάλο ρήγμα μέσα στον ίδιο τον αραβικό κόσμο του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν βλέπουν πιο καθαρά την ανάγκη στρατηγικής απομείωσης της ιρανικής απειλής.
Αντίθετα, το Κατάρ, το Ομάν και σε έναν βαθμό το Κουβέιτ δίνουν μεγαλύτερο βάρος στην ταχεία αποκλιμάκωση, επειδή φοβούνται το οικονομικό σοκ, την παράλυση των θαλάσσιων εμπορικών οδών και μια γενικευμένη περιφερειακή ανάφλεξη. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για κοινή αραβική στρατηγική, αλλά για έναν κοινό φόβο που όμως έχει διαφορετικές ιεραρχήσεις.
Η εμπλοκή των Χούθι κάνει την εξίσωση ακόμη πιο επικίνδυνη. Η επίσημη είσοδός τους στον πόλεμο ανοίγει ξανά το μέτωπο του Μπαμπ ελ Μαντέμπ (των στενών που συνδέουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό και οδηγούν προς τη Διώρυγα του Σουέζ και τα οποία μπορούν να ελέγξουν οι Χούθι), ενώ σε συνδυασμό με την απειλή στα Στενά του Ορμούζ δημιουργεί έναν διπλό στραγγαλισμό για το εμπόριο, την ενέργεια και την ασφάλεια των θαλασσίων μεταφορών.
Για τις μοναρχίες του Κόλπου αυτό δεν είναι περιφερειακή λεπτομέρεια. Είναι υπαρξιακό ζήτημα. Τα κράτη αυτά έχουν χτίσει την ευημερία τους πάνω στην εικόνα του ασφαλούς κόμβου με ασφαλή λιμάνια και αεροδρόμια, καθώς και ασφαλείς επενδύσεις και πόλεις. Όταν ο επενδυτής δει ότι ο χάρτης της περιοχής γεμίζει ξανά με πυραύλους και drones, το κόστος δεν είναι μόνο στρατιωτικό... Είναι αναπτυξιακό, κοινωνικό και πολιτικό!
Γι’ αυτό και οι χώρες του Κόλπου δεν κινούνται πλέον μόνο διπλωματικά αλλά και αμυντικά. Ενισχύουν πολυεπίπεδα συστήματα αεράμυνας, αναζητούν φθηνότερες και μαζικότερες λύσεις αναχαίτισης drones, επεκτείνουν τις διεθνείς αμυντικές συνεργασίες τους και επαναπροσδιορίζουν την έννοια της εθνικής ασφάλειας ώστε να περιλαμβάνει αεροδιάδρομους, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και θαλάσσιες αρτηρίες. Αυτό δείχνει ότι δεν εμπιστεύονται πλήρως ούτε την παλιά αμερικανική ομπρέλα ούτε την ιδέα ότι μια διπλωματική φόρμουλα αρκεί από μόνη της για να συγκρατήσει το Ιράν.
Αυτό, εν τέλει, σημαίνει πως ακόμη κι αν δεν θελήσουν να μπουν τώρα ανοικτά στον πόλεμο, οι μοναρχίες του Κόλπου έχουν ήδη περάσει σε νέα φάση. Δεν ζητούν απλώς ειρήνη. Ζητούν μια νέα περιφερειακή ισορροπία στην οποία το Ιράν δεν θα μπορεί εύκολα να ξαναγίνει ο μόνιμος σαμποτέρ της αραβικής κανονικότητας. Και εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αλήθεια της συγκυρίας: Για τα κράτη του Κόλπου, ο μεγάλος φόβος δεν είναι μόνο ο πόλεμος. Είναι η μισή ειρήνη που θα αφήσει ζωντανό τον μηχανισμό της επόμενης κρίσης στην περιοχή!
