Υπάρχουν πολιτικές συζητήσεις που μπορούν να γίνονται με συνθήματα. Οι αγορές, όμως, έχουν έναν πολύ πιο ψυχρό τρόπο να αξιολογούν μια χώρα: κοιτούν αριθμούς, προοπτικές και κυρίως τον βαθμό της αβεβαιότητας.
Και στη σημερινή διεθνή συγκυρία, όπου οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κινούνται ανοδικά, η κυβερνητική σταθερότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη οικονομική αξία.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα κάτι που πριν από λίγα χρόνια φαινόταν μακρινό: επενδυτική βαθμίδα, διαδοχικά ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα και δημόσιο χρέος που ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ το 2026 και 0,6% το 2027, με το χρέος να υποχωρεί από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 στο 134,4% το 2027.
Δεν πρόκειται απλώς για κυβερνητική επιχειρηματολογία. Η Morningstar DBRS, αναβαθμίζοντας τον Σεπτέμβριο την προοπτική της Ελλάδας σε θετική, κατέγραψε ρητά τον υψηλό βαθμό πολιτικής σταθερότητας των τελευταίων ετών και συνέδεσε την ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τη δυνατότητα προώθησης μεταρρυθμίσεων και υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης.
Αυτό ακριβώς αποτιμούν οι επενδυτές. Γνωρίζουν ποιος κυβερνά, ποια οικονομική πολιτική εφαρμόζεται, ποιοι είναι οι δημοσιονομικοί στόχοι και ποια κατεύθυνση ακολουθεί η χώρα.
Η διαφορά γίνεται περισσότερο ορατή αν κοιτάξει κανείς τη Γαλλία. Εκεί, ο συνδυασμός υψηλού χρέους, δημοσιονομικής πίεσης και πολιτικού αδιεξόδου έχει οδηγήσει το spread του δεκαετούς έναντι της Γερμανίας κοντά στις 150 μονάδες βάσης, στα υψηλότερα επίπεδα από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.
Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα μιας πιθανής ελληνικής ακυβερνησίας. Οι αγορές δεν τρομάζουν επειδή αλλάζει η κυβέρνηση. Όμως αντιδρούν όταν δεν γνωρίζουν ποιος θα ψηφίσει τον επόμενο προϋπολογισμό, αν θα τηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα, αν θα συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του χρέους και αν η οικονομική πολιτική θα παραμείνει προβλέψιμη.
Μια παρατεταμένη περίοδος πολιτικής αστάθειας θα μπορούσε επομένως να μεταφραστεί σε μεγαλύτερο πρωτογενές ρίσκο, υψηλότερες αποδόσεις και χαμηλότερες τιμές των ελληνικών ομολόγων.
Η Ελλάδα βεβαίως δεν είναι πια η χώρα του 2010. Το δημόσιο χρέος έχει μέση διάρκεια πάνω από 18 έτη, είναι ουσιαστικά στο σύνολό του σταθερού επιτοκίου μετά τις πράξεις αντιστάθμισης και τα ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης ανέρχονταν στα μέσα του έτους σε περισσότερα από 31 δισ. ευρώ.
Αυτές οι άμυνες σημαίνουν ότι μια άνοδος των αποδόσεων δεν οδηγεί αυτομάτως σε κρίση χρηματοδότησης. Δεν σημαίνουν, όμως, από την άλλη, ότι η αξιοπιστία αυτή είναι δεδομένη.
Το ουσιαστικό πολιτικό συμπέρασμα είναι πως η περίοδος διακυβέρνησης Μητσοτάκη συμπίπτει με μια σαφή βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας, την επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα και τη δημιουργία μιας πολύ διαφορετικής σχέσης της χώρας με τις αγορές. Η σταθερότητα, επομένως, δεν είναι μια αφηρημένη πολιτική έννοια. Έχει τιμή. Και όταν χάνεται, την τιμή αυτή την γράφουν πρώτα τα ομόλογα.