Η προσέγγιση Αιγύπτου και Τουρκίας μπορεί να προχωρεί με εμπορικές συμφωνίες, αμυντικές επαφές και θερμές χειραψίες, αλλά μια δικαστική απόφαση στο Κάιρο αποκαλύπτει πόσο βαθύ παραμένει το χάσμα εμπιστοσύνης.
Η Αίγυπτος συνεργάζεται σήμερα με την Τουρκία επειδή το επιβάλλουν οι περιφερειακοί συσχετισμοί, δεν έχει όμως ξεχάσει όσα η ίδια χαρακτηρίζει οργανωμένη τουρκική επιχείρηση κατασκοπείας και αποσταθεροποίησης.
Στις 7 Απριλίου, αιγυπτιακό δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση που έγινε γνωστή ως «κατασκοπεία με την Τουρκία». Από τους 81 κατηγορουμένους, 37 καταδικάστηκαν σε ισόβια, ανάμεσά τους οκτώ Τούρκοι υπήκοοι που δικάστηκαν ερήμην. Η υπόθεση άρχισε το 2017, αλλά το κατηγορητήριο καλύπτει ένα πολύ ευρύτερο χρονικό διάστημα και περιγράφει συνεργασία τουρκικών μηχανισμών με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Το δίκτυο κατασκοπείας
Σύμφωνα με την αιγυπτιακή έρευνα, το δίκτυο διοχέτευε παράνομα διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις μέσω διακομιστών εγκατεστημένων στην Τουρκία. Ετσι φέρεται να κατέγραφε συνομιλίες, να συγκέντρωνε πληροφορίες για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Αίγυπτο και να ανίχνευε τις διαθέσεις της κοινής γνώμης. Οι πληροφορίες, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατέληγαν σε τουρκικές υπηρεσίες, ενώ τα έσοδα από την παράνομη δραστηριότητα χρηματοδοτούσαν τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και συνδεδεμένες επιχειρήσεις επιρροής.
Η δεύτερη πλευρά του μηχανισμού ήταν επικοινωνιακή. Τηλεοπτικοί σταθμοί και πλατφόρμες που λειτουργούσαν από την Κωνσταντινούπολη αξιοποιούνταν, κατά τις αιγυπτιακές αρχές, για τη διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών, τη διόγκωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και την υπονόμευση των κρατικών θεσμών. Στο κατηγορητήριο εμφανίζονται η International Rabia Platform, η τουρκική IHH και σταθμοί όπως οι Mekameleen, Al-Sharq και Watan.
Τα πρόσωπα-κλειδιά
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ταυτότητα δύο Τούρκων καταδικασθέντων. Ο Fehmi Bülent Yıldırım είναι επικεφαλής της IHH, της οργάνωσης που συνδέθηκε με το «Μαβί Μαρμαρά». Ο Alptekin Cihangir İşbilir πέρασε από την πλατφόρμα Rabia, το κρατικό Anadolu και τη Διεύθυνση Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας, ενώ σήμερα υπηρετεί με διπλωματική κάλυψη στην πρεσβεία της Τουρκίας στο Μπακού. Στο βιογραφικό του, που δημοσιοποίησε η ιστοσελίδα αυτοεξόριστων Τούρκων δημοσιογράφων Nordic Monitor, αναφέρεται ως επαγγελματική σύσταση ο σημερινός αρχηγός της ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν.
Να σημειωθεί ότι οι Τούρκοι καταδικάστηκαν ερήμην, ενώ οργανώσεις δικαιωμάτων έχουν καταγγείλει την πολυετή προφυλάκιση κατηγορουμένων και τις συνθήκες της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η δικαστική απόφαση αποτελεί πλέον επίσημη καταγραφή του τρόπου με τον οποίο το αιγυπτιακό κράτος αντιλαμβάνεται τη δράση της Αγκυρας.
Η πολιτική σημασία
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική σημασία της υπόθεσης. Τον Φεβρουάριο, Ερντογάν και Σίσι συμφώνησαν να ενισχύσουν την αμυντική συνεργασία και έθεσαν στόχο διμερούς εμπορίου 15 δισ. δολαρίων. Δύο μήνες αργότερα, η αιγυπτιακή Δικαιοσύνη καταδίκαζε οκτώ Τούρκους για συμμετοχή σε ένα δίκτυο που φέρεται να είχε στόχο την ανατροπή του Σίσι.
Ο Αιγύπτιος πρόεδρος μπορεί να χρειάζεται σήμερα τον Ερντογάν για τη Γάζα, τη Λιβύη, την οικονομία και τις νέες περιφερειακές ισορροπίες, γνωρίζει όμως ότι ο Ερντογάν δεν εγκαταλείπει εύκολα τα δίκτυα επιρροής του. Μπορεί να τα περιορίζει όταν πιέζεται, αλλά τα επανενεργοποιεί όταν αλλάξουν οι συνθήκες. Το Κάιρο μπορεί να αποκατέστησε τις σχέσεις του με την Αγκυρα, δεν αποκατέστησε όμως την εμπιστοσύνη του προς αυτήν.