Ο Πούτιν έχει μείνει με δύο επιλογές: είτε θα συνθηκολογήσει είτε θα συνεχίσει έναν πόλεμο με πολύ βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Λίγα 24ωρα προτού συμπληρωθούν τέσσερα χρόνια από τη ρωσική εισβολή και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να φέρεται έτοιμος να προχωρήσει σε ανακοινώσεις που θα επιταχύνουν τις εξελίξεις, ο πόλεμος ανάμεσα στην Ουκρανία και τη Ρωσία μαίνεται και τα όπλα κάθε άλλο παρά έχουν σιγήσει. Βέβαιο, πάντως, είναι ένα: ότι αυτός που βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση δεν είναι ο Ουκρανός πρόεδρος –παρά τις δύσκολες στιγμές που βιώνει το Κίεβο στα πεδία των μαχών– αλλά ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος πρακτικά βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδο.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Ποιο είναι αυτό; Ότι πρακτικά έχει δύο επιλογές: η μία είναι πως θα πρέπει, κατά κάποιο τρόπο, να συνθηκολογήσει και να υποκύψει στις πιέσεις από την πλευρά της Ουάσιγκτον να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ώστε να υπάρξει μια προσέγγιση που μπορεί να φέρει την εκεχειρία και άρα την ειρήνη, αλλά δεν θα ικανοποιήσει τη σκληρή στάση και τις ούτως ή άλλως υπερβολικές έως παράλογες απαιτήσεις της Μόσχας.

Η άλλη είναι πως εάν ο Ρώσος πρόεδρος επιλέξει για τους δικούς του λόγους τον εντελώς διαφορετικό δρόμο, τότε θα απομονωθεί ακόμη περισσότερο από τη Δύση. Πρακτικά δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να επιμείνει σ’ αυτόν τον εξαντλητικό και εξωφρενικό πλέον πόλεμο, ο οποίος αρχίζει και βρίσκει επικριτές και σε ρωσικό έδαφος εξαιτίας του κόστους που έχει κυρίως σε ανθρώπινες ζωές.

Από την πρώτη στιγμή, άλλωστε, και την εισβολή του 2022 στην Ουκρανία, ο Πούτιν είχε πιστέψει πως μπορεί να είναι ζήτημα μερικών ημερών ή ακόμα και ωρών η κατάληψη των εδαφών που προσδοκούσε να πετύχει η Μόσχα. Ακόμη, είχαν ακουστεί και διάφορα για «παρέλαση στο Κίεβο» και είχαν υποστηριχθεί από το Κρεμλίνο, αλλά η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή για τη Ρωσία.

Τόσο η ουκρανική αντίσταση όσο και η υποστήριξη της Δύσης προς το Κίεβο, αλλά και η αλαζονεία και αμετροέπεια ή απλώς οι λάθος υπολογισμοί του επιτελείου των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων οδήγησε στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα και στο αδιέξοδο τον ίδιο τον Ρώσο πρόεδρο, ο οποίος σε διπλωματικό επίπεδο παραμένει αδιάλλακτος για να μη χρεωθεί την οποιαδήποτε ήττα.

Η κατάσταση στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί ούτως ή άλλως σε ένα διαρκές αδιέξοδο, το οποίο εμποδίζει ακόμη και τους μεσολαβητές της Δύσης να πετύχουν μια συμφωνία που μπορεί να κάνει τα όπλα να σιγήσουν – έστω και για λίγο. Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, που είχε προβλέψει και υποσχεθεί ότι θα τερματίσει τον πόλεμο μέσα σε ένα 24ωρο, διαψεύστηκε παταγωδώς και το χειρότερο είναι πως οι διαρκείς προσπάθειές του για κάτι τέτοιο πέφτουν στο κενό, παρά το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος καταφεύγει σε ελιγμούς και αμφιταλαντεύσεις που συχνά έχουν ερμηνευτεί –όχι άδικα– ως ανοίγματα ή «χείρα φιλίας» προς τον Πούτιν.

Ώσπου και ο ίδιος, βέβαια, κατανόησε πως δεν μπορεί να υπολογίζει στον Ρώσο πρόεδρο και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο άλλαξε στάση, προσέγγισε τον Ζελένσκι και τώρα φέρεται να έχει δώσει ένα τελεσίγραφο και στις δύο πλευρές ως το καλοκαίρι για την επίτευξη βιώσιμης συμφωνίας εκεχειρίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο Πούτιν είναι εκείνος που μοιάζει αυτή τη στιγμή πιο απομονωμένος από ποτέ και οι εναλλακτικές που έχει μπροστά του λιγοστεύουν. Για να το πούμε διαφορετικά, από τη στιγμή που εμφανίστηκε αδιάλλακτος και τα ήθελε όλα ενώ μπορούσε να πετύχει μια συμφωνία επωφελή για τη Μόσχα, τώρα κινδυνεύει ακόμη και να τα χάσει όλα!

Και από εκεί που ο όρος «αδιέξοδο» αφορούσε καθαρά τις προοπτικές να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, τώρα αποκτά μια άλλη διάσταση: αυτή των μηδενικών επιλογών και των αρνητικών προοπτικών που έχει μπροστά του το Κρεμλίνο και προσωπικά ο Πούτιν.