O Όζι Όσμπορν ήταν δυσλεκτικός και, κατά την εφηβεία του, φέρεται να είχε παρουσιάσει βαριά καταθλιπτική συμπτωματολογία με αυτοκτονικότητα. Δικαιολογημένα, λοιπόν, με αφορμή την εκδημία του τον περασμένο Ιούλιο, μπορούμε να σταθούμε με ενδιαφέρον και γόνιμη «απορία» στον τρόπο με τον οποίον κατόρθωσε να μετουσιώσει τη νοητικο-συναισθηματική του ιδιαιτερότητα σε χαρισματικό αμάλγαμα «heavy metal» τραγουδιστικής ιδιοφυΐας, εμπορικής επιτυχίας και ινδαλματικής καταξίωσης στην παγκόσμια pop culture.

Κατ’ αναλογίαν και ταυτόχρονα κατ’ αντιδιαστολή με τις «διαβολικόμορφες» νυχτερίδες που ο Όζι δάγκωνε επί σκηνής, οι επισκέπτες του Αγίου Όρους έμεναν κατάπληκτοι όταν, παλαιότερα, συναντούσαν τον πρωτοψάλτη της βυζαντινής μουσικής. Ο άνθρωπος αυτός ήταν βραδύγλωσσος. Αυτή του όμως η «ελαττωματική», η ιδιαίτερη ομιλία, η δυσκολία των λέξεων να αρθρωθούν αυτόνομα, η ψυχαναγκαστική επανάληψη ημιτελών συλλαβών, ήταν η πηγή της εκκλησιαστικής του έκφρασης. Ήταν η ιδιαιτερότητα που μεταμόρφωνε το τραύλισμα της ομιλίας σε μελωδικό, θρησκευτικό τερέρισμα, σε ασύγκριτο βυζαντινό ισοκράτημα, σε μοναδική δοξολογία ευχαριστίας και παραπόνου.

Όπως ακριβώς τα ακρωτηριασμένα δάχτυλα του Τόνι Αϊόμι, του κιθαρίστα των Black Sabbath του Όζι Όσμπορν, του Γκίζερ Μπάτλερ, και του Μπιλ Γουόρντ, έδωσαν ήχο σε μια νέα μουσική αρχιτεκτονική, με τα επαναληπτικά ριφ της κιθάρας του να στέλνουν το μήνυμα της κοινωνικής ανατροπής, μέσα από την ανάδειξη μίας συμπεριληπτικότητας «βαρέος μετάλλου» και μίας αλληλοπεριχώρησης που, πατώντας με τα κολοβώματα των κομμένων δακτύλων τα τάστα της σκοτεινής, συλλογικής μας ευαισθησίας, στριμώχνουν στις γραμμές του εσωτερικού πενταγράμμου της διαφορετικότητάς μας, ημίτυφλους αρχιτέκτονες, όπως ο Λε Κορμπιζιέ, βραδύγλωσσους βυζαντινούς πρωτοψάλτες, δυσλεκτικούς τραγουδιστές και ακρωτηριασμένους αριστερόχειρες κιθαρίστες.

Και πλάι σε αυτούς, κανείς δεν μπορεί αν μείνει ασυγκίνητος βλέποντας έναν ασθενή με νόσο του Πάρκινσον να χορεύει ζεϊμπέκικο. Τα μικρά κοφτά βήματα, η σκυφτή στάση, η απώλεια της ισορροπίας και το μοναχικό παράπονο όσων υποφέρουν από τη νόσο, βρίσκουν την αρμονική τους έκφραση μέσα σε έναν χορό που είναι εξ ορισμού ακανόνιστος, χωρίς συγκεκριμένο βηματισμό, με κινήσεις νευρικά ασύνδετες και σπασμωδικά μοναχικές.

Ο ζεϊμπέκικος χορός δεν είναι παρά η χορογραφία ενός ανθρώπου που υποδύεται ότι χάνει την ισορροπία του και η νόσος του Πάρκινσον, ούσα η ίδια μια ζωντανή ιστορία ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να ισορροπήσει, με τα κοφτά σαν ζεϊμπέκικες πενιές βήματα, αναδεικνύει το «ελάττωμα» και την κινητική υπολειμματικότητα σε χορευτικό χάρισμα εκφραστικής λύτρωσης.

Όπως μαρτυρούν τα μακριά μαλλιά και τα μπλουζάκια στη συνοδευτική φωτογραφία από τη διήμερη εκδρομή της Β΄ τάξης του 3ου Λυκείου Λάρισας, το 1995, μπροστά στον τάφο του Αγαμέμνονα, αν και δεν διακρίνεται το ανακουφιστικό τρίγωνο πάνω από την ταφική θύρα, αρκετοί από τους συμμαθητές μου ακούγανε Black Sabbath.

xristos-liaphs-IOwKE.jpeg

Παρότι ο πατέρας μου μετρούσε, τότε, ήδη 7 χρόνια μάχης με τη νόσο του Πάρκινσον, η φωνή του πρόσφατα εκλιπόντος «καταθλιπτικού και δυσλεκτικού εφήβου» που οι πληροφορίες αναφέρουν πώς είχε επιχειρήσει να απαγχονιστεί, στην εφηβεία του, με το σχοινί απλώματος των ρούχων, Όζι Όσμπορν δεν ήταν και τόσο ελκυστική για τις εφηβικές μουσικές αναζητήσεις μου. Αλλού αναζητούσα, μουσικά, το συναισθηματικό ανακουφιστικό τρίγωνο της εσωτερικής αρχιτεκτονικής των αισθημάτων και των σκέψεων μιας ηλικίας που ζύγωνε στη θύρα της ενηλικίωσης.

Θυμάμαι πως εγώ και ο φίλος μου ο Βασίλης –που δεν διακρίνεται στη φωτογραφία– προτιμούσαμε τα ζεϊμπέκικα και τα υπόλοιπα «λαϊκά» του Βασίλη Καρρά που κι εκείνος εγκατέλειψε πρόωρα τον μάταιο τούτο κόσμο και τον κόσμο του δικού του πενταγράμμου. Κάθε έφηβος βρίσκει το δικό του μουσικό σχοινί, αν όχι –ευτυχώς– για να αποπειραθεί να κρεμαστεί, τουλάχιστον για να απλώσει την μπερδεμένη μπουγάδα των συναισθημάτων και των προβλημάτων που τον απασχολούν. Για να στεγνώσει μαζί με τα δάκρυα στα μάγουλά του, με ή χωρίς μακριά μαλλιά για να τα κρύψει…

liaphs-xristos.jpeg