Η τακτική της τοξικότητας δεν είναι καινούργια και δεν βοηθάει τη Δημοκρατία, αλλά υιοθετείται από όσους στερούνται σοβαρού πολιτικού λόγου.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Από το βήμα της Βουλής, την περασμένη Πέμπτη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης το είπε ξεκάθαρα. Κατηγόρησε την αντιπολίτευση και μερίδα συγκεκριμένων μέσων ενημέρωσης που καταφεύγουν στην τοξικότητα, αντί να κάνουν αυτό που προβλέπει ο θεσμικός τους ρόλος – τα μεν κόμματα της αντιπολίτευσης και τα στελέχη τους να κάνουν αυτό που λέει η λέξη, δηλαδή αντιπολίτευση, τα δε μέσα ενημέρωσης να ελέγχουν την εξουσία δίχως κορόνες.
Κυρίως όμως δίχως τους όρους που το κάνουν που προσιδιάζουν σε δολοφονίες χαρακτήρων και άλλα τινά που ξεφεύγουν από τα όρια του πολιτικού fair play. Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι υπάρχει αυτό…
Η μέθοδος αυτή άλλωστε δεν είναι κάτι καινούργιο. Το έχουμε δει ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, κατά την περίοδο της μεγάλης κρίσης και έντασης αλλά και των μνημονίων όπου γέμισαν τις «πάνω» και «κάτω» πλατείες οι δήθεν «αγανακτισμένοι».
Η τακτική της δολοφονίας χαρακτήρων και η τοξικότητα πλημμύρισαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αρκετές πολιτικές και δημοσιογραφικές καριέρες χτίστηκαν πάνω σε αυτό το μοτίβο. Ακόμη και ο Αλέξης Τσίπρας δεν έκρυψε ότι την περίοδο 2012-2015 η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και η τακτική του όλη στηρίχθηκαν σε αυτές τις μεθόδους προκειμένου ν’ ανοίξει ο δρόμος από την Κουμουνδούρου προς την Ηρώδου Αττικού και το Μέγαρο Μαξίμου.
Οι καιροί έχουν αλλάξει, ενδεχομένως όμως οι στρατοί των τρολ να παραμένουν ίδιοι. Γι’ αυτό και ίδιες παραμένουν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσκοπήσεις δείχνουν στα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους ότι η αντιπολίτευση αδυνατεί να αντιπαρατεθεί ευθέως με την κυβέρνηση ακριβώς διότι στερείται σοβαρού πολιτικού λόγου και ότι δεν μπορεί να τον αρθρώσει. Εσχάτως δε καταφεύγει –από κοινού με τη μερίδα των μέσων ενημέρωσης που αναφέρθηκαν παραπάνω– σε προσωπικές επιθέσεις κατά εκλεγμένων βουλευτών και επιχειρούν να δημιουργήσουν τεχνητά ένα αρνητικό κλίμα σε βάρος τους.
Λησμονούν ωστόσο το βασικότερο: ότι όλοι οι βουλευτές, ανεξαρτήτως της κομματικής «σημαίας» που φέρουν, έχουν εκλεγεί από τον λαό. Με νόμιμο και δημοκρατικό τρόπο, με την ψήφο του λαού. Δεν έχουν διοριστεί από κάποιον ούτε έχουν αποκτήσει κληρονομικώ δικαιώματι αυτόν τον ρόλο, όπως γινόταν π.χ. στις δυναστείες και τις βασιλείες του 18ου και του 19ου αιώνα.
Βρισκόμαστε στο 2026, ζούμε σε μια ευνομούμενη χώρα όπου, παρά τα όσα ισχυρίζονται η ίδια η αντιπολίτευση και μερίδα πάλι των μέσων ενημέρωσης για το κράτος δικαίου, η δημοκρατία είναι το πολίτευμά μας και αυτό υπηρετούν οι 300 της Βουλής. Το αν εκπροσωπεί κάθε ένας εξ αυτών επάξια τους ψηφοφόρους του είναι που κρίνεται επίσης κάθε φορά στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση: τυχόν επανεκλογή τους σημαίνει επιβράβευση γι’ αυτόν τον ρόλο. Διαφορετικά, τη θέση τους καταλαμβάνουν άλλοι υποψήφιοι που και αυτοί με τη σειρά τους δοκιμάζονται.
Όταν λοιπόν έχουμε φτάσει στο σημείο να… συστηνόμαστε ξανά από την αρχή και να συζητάμε για πράγματα τα οποία θα έπρεπε να είναι αυτονόητα ως προς τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, τότε κάτι δεν πηγαίνει καλά. Και γι’ αυτό προφανώς δεν μπορεί να ευθύνεται η κυβέρνηση, αλλά όλοι όσοι καλλιεργούν σκοπίμως αυτό το κλίμα και όλοι όσοι σκοπίμως ή μη με τη σειρά τους το συντηρούν.
Είναι λογικό να επιθυμούν βουλευτές που είναι υποχείρια, αλλά ας σκεφτούμε το άλλο: είναι οι ίδιοι που υποκριτικά ζητούν από τους… κυβερνητικούς βουλευτές να ψηφίζουν κατά συνείδηση στα νομοσχέδια και στις άλλες ψηφοφορίες στη Βουλή ενώ τους καλούν «να ρίξουν την κυβέρνηση».
Ας τους αφήσουν λοιπόν να κάνουν τη δουλειά τους και κυρίως, ας αφήσουν τους ψηφοφόρους ν’ αποφασίζουν για τους εκπροσώπους τους κάθε φορά που γίνονται εκλογές. Οι ίδιοι άλλωστε δεν παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της «αυθεντικής» δημοκρατίας; Ιδού, λοιπόν, η ευκαιρία!