Η Άγκυρα είτε θα επιμείνει στη στήριξη ενός καθεστώτος που κατέρρευσε είτε θα επιχειρήσει έναν ελιγμό προσαρμογής.
Η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι ο Νικολάς Μαδούρο συνελήφθη από αμερικανικές δυνάμεις και μεταφέρθηκε εκτός Βενεζουέλας δεν αφορά μόνο το μέλλον της χώρας της Λατινικής Αμερικής. Λειτουργεί ως γεωπολιτικός σεισμός για όλους όσοι επένδυσαν πολιτικά, οικονομικά και στρατηγικά στο καθεστώς του Καράκας. Ανάμεσά τους, σε περίοπτη θέση, βρίσκεται η Τουρκία του Ερντογάν.
Για την Άγκυρα, η Βενεζουέλα δεν ήταν ένας μακρινός, εξωτικός εταίρος. Ήταν ένα εργαστήριο εφαρμογής της «πολυπολικής» εξωτερικής πολιτικής που προωθεί ο Ερντογάν την τελευταία δεκαετία… Συμμαχίες με καθεστώτα που βρίσκονται υπό την επιβολή κυρώσεων, άνοιγμα σε περιοχές εκτός παραδοσιακής τουρκικής επιρροής και ευθεία αμφισβήτηση των αμερικανικών θέσφατων!
Η προσέγγιση Άγκυρας-Καράκας επιταχύνθηκε μετά το 2016 και βασίστηκε λιγότερο σε ιδεολογική συγγένεια και περισσότερο σε αμοιβαία ανάγκη επιβίωσης. Ο Μαδούρο αναζητούσε διόδους για να παρακάμψει τις κυρώσεις. Ο Ερντογάν έψαχνε ερείσματα για να εμφανίσει την Τουρκία ως παγκόσμιο παίκτη.
Έτσι οικοδομήθηκε ένας ιδιότυπος άξονας που στηριζόταν στο ότι
- Η Βενεζουέλα διοχέτευε στην Τουρκία ακατέργαστο χρυσό για διύλιση (με επίκεντρο το Τσόρουμ).
- Η Άγκυρα επέστρεφε βασικά αγαθά και τρόφιμα, που διοχετεύονταν στο εσωτερικό της χώρας μέσω του κρατικού προγράμματος CLAP.
- Τουρκικές εταιρείες εξασφάλιζαν κατασκευαστικά και ενεργειακά συμβόλαια.
Παράλληλα, η αντι-αμερικανική ρητορική λειτούργησε ως συγκολλητική ύλη. Ο Μαδούρο στήριξε δημόσια τον Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Ο Τούρκος πρόεδρος ανταπέδωσε αναγνωρίζοντάς τον, το 2019, αλλά και το 2024, ως τον μόνο «νόμιμο» ηγέτη της Βενεζουέλας.
Η σύλληψη του Μαδούρο αλλάζει ριζικά το τοπίο. Και για την Τουρκία οι συνέπειες είναι άμεσες:
Οικονομικά, τίθεται υπό αμφισβήτηση ένας φιλόδοξος στόχος διμερούς εμπορίου ύψους 3 δισ. δολαρίων. Συμφωνίες διύλισης χρυσού, εργολαβίες και επενδύσεις κινδυνεύουν να ακυρωθούν, ενώ παραμένει θολό το καθεστώς περιουσιακών στοιχείων της Βενεζουέλας που διακινούνται μέσω Τουρκίας.
Διπλωματικά, η Άγκυρα καλείται να επιλέξει: είτε θα επιμείνει στη στήριξη ενός καθεστώτος που κατέρρευσε, με κίνδυνο δευτερογενών κυρώσεων από τις ΗΠΑ, είτε θα επιχειρήσει έναν ελιγμό προσαρμογής. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τα τέλη του 2025 ο Ερντογάν είχε αρχίσει να μιλά για «διάλογο» Μαδούρο-Ουάσιγκτον.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται η Τουρκία να προσπαθήσει να εμφανιστεί ως παράγοντας «ομαλής μετάβασης», επιδιώκοντας γέφυρες με τη νέα πολιτική πραγματικότητα στο Καράκας, όπου κεντρικό ρόλο διεκδικεί η Μαρία Κορίνα Ματσάδο.
Η υπόθεση Μαδούρο συνιστά ηχηρό πλήγμα για το αφήγημα της τουρκικής πολυπολικότητας. Αποκαλύπτει τα όρια μιας στρατηγικής που βασίστηκε σε καθεστώτα υψηλού ρίσκου. Η Άγκυρα θα επιχειρήσει να διασώσει ό,τι μπορεί – από τις αεροπορικές συνδέσεις της Turkish Airlines, έως πολιτικά κανάλια επικοινωνίας με τη νέα εξουσία.
Καθοριστικό ρόλο, ωστόσο, θα παίξει η στάση της Ρωσίας και της Κίνας. Αν Μόσχα και Πεκίνο επιλέξουν να προσαρμοστούν στη νέα τάξη πραγμάτων στη Βενεζουέλα, τότε θεωρείται βέβαιο ότι ο Ερντογάν –για να μην κινδυνεύσει η Τουρκία να μείνει μόνη, έχοντας επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο σε ένα πείραμα που έφτασε στο τέλος του– θα κάνει αυτό που έχει ξανακάνει με επιτυχία: μία ακόμα διπλωματική… κυβίστηση!

