Ο ανώτερος αξιωματικός της Πυροσβεστικής είχε υποστηρίξει ότι η τραγωδία με τους 104 νεκρούς ήταν αποτέλεσμα σοβαρών επιχειρησιακών λαθών.

Μεγάλη δικαστική και ηθική νίκη πέτυχε ο ανώτερος αξιωματικός της Πυροσβεστικής, Γιάννης Κώστας, που δικαιώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο οποίο προσέφυγε γιατί κόπηκε από τις προαγωγές του 2019 και δεν έλαβε τον βαθμό του πυράρχου, παρότι συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις.

Η μη προαγωγή του ανώτερου αξιωματικού εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το εάν κρύβει πολιτική σκοπιμότητα καθώς έγινε μετά τη φονική πυρκαγιά του Ματιού, στην οποία ο κ. Κώστας είχε λάβει μέρος ως διοικητής του 12ου Π.Σ. Αθηνών.

Ο υψηλόβαθμος πυροσβέστης, καταθέτοντας στη δίκη για τους 104 νεκρούς στο Μάτι, είχε μιλήσει για τα σοβαρά επιχειρησιακά λάθη της ηγεσίας της Πυροσβεστικής στην υπόθεση, ενώ είχε μηνύσει τον καταδικασμένο και φυλακισμένο για ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή, πρώην διοικητή ΕΣΚΕ, Ιωάννη Φωστιέρη, για ψευδή στοιχεία στις Αρχές.
Ο κ. Κώστας, το 2024, κέρδισε τη δίκη και πέτυχε την καταδίκη του Ιωάννη Φωστιέρη σε δύο χρόνια φυλάκιση με αναστολή για κατάθεση ψευδών στοιχείων στις εισαγγελικές αρχές για το σύστημα Engage, το λογισμικό που καταγράφει τη θέση και την κίνηση των οχημάτων της Πυροσβεστικής, τα οποία, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήταν ανακριβή με στόχο την παραπλάνηση των Αρχών.

Ο δικαστικός αγώνας

Το Ανώτερο Δικαστικό Συμβούλιο του Πυροσβεστικού Σώματος το 2019 δεν επέλεξε τον αξιωματικό Γιάννη Κώστα από τον πίνακα των Διατηρητέων αντιπυράρχων του 2018 για τον βαθμό του πυράρχου με τη δικαιολογία ότι «δεν συγκεντρώνει σε ικανοποιητικό βαθμό όλα τα ιδιάζοντα ουσιαστικά προς προαγωγή προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού». Ο υψηλόβαθμος πυροσβέστης προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια από τα οποία δεν δικαιώθηκε και ακολούθως κατέθεσε αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, η οποία εκδικάστηκε ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας τον Νοέμβριο του 2024.

Η πενταμελής σύνθεση του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας με την υπ’ αριθμόν 1427/2025 απόφαση δικαίωσε τον προσφεύγοντα πυροσβέστη, έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσής του και η υπόθεση της μη προαγωγής του αναπέμφθηκε εκ νέου στη Διοίκηση του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς το Συμβούλιο της Επικρατείας ζήτησε νέα αιτιολογημένη κρίση.
Ο κ. Κώστας κατά την κατάθεσή του στη δίκη για την εθνική τραγωδία του Ματιού ήταν καταπέλτης, σκιαγραφώντας τα τραγικά λάθη και τις παραλείψεις των υπευθύνων στη διαχείριση της κατάστασης. Ο αντιπύραρχος και πρώην διοικητής του 12ου Σταθμού είχε καταγγείλει την προσπάθεια εκφοβισμού του ιδίου και του δικαστικού πραγματογνώμονα Δημήτρη Λιότσιου από τον καταδικασμένο Φωστιέρη για να μην αποκαλύψουν λεπτομέρειες που «έκαιγαν» τον ίδιο και άλλα στελέχη.


«Υπήρχε χρόνος, αλλά...»

«Είμαι στο δικαστήριο γιατί χάθηκαν άδικα 104 άνθρωποι», είχε πει τότε στη δίκη ο κ. Κώστας και είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι υπήρχε χρόνος για οργανωμένη εκκένωση του Ματιού και του Νέου Βουτζά, προκειμένου να σωθεί ο κόσμος. «Θα μπορούσε να είχε διαταχθεί εκκένωση. Θα μπορούσε να γίνει διάσωση με ντουντούκες, αυτό το απλό, να μπουν οι πυροσβέστες στον οικισμό και να μπορέσει ο κόσμος να φύγει. Αν είχε γίνει κάτι από όλα αυτά, θα μπορούσαν να είχαν σωθεί πολλοί άνθρωποι», είχε αναφέρει σχετικά ο πυροσβέστης, ο οποίος είχε αποκαλύψει καρέ καρέ τα λάθη και τις παραλείψεις της ηγεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος, αφήνοντας εκτεθειμένη στην πύρινη λαίλαπα την Ανατολική Αττική.

«Στις 17:07 πήρα τηλέφωνο, είπα ότι έχουμε πρόβλημα και χρειαζόμαστε ενισχύσεις. Στις 17:11 ήρθε το εναέριο και έκανε μια βολή και αναθαρρήσαμε γιατί η πυρκαγιά, όπως λέμε εμείς στη γλώσσα μας, έκατσε. Και πιστέψαμε ότι θα την κρατούσαμε. Αρκεί να έρχονταν και άλλα εναέρια μέσα που δυστυχώς δεν ήρθαν», ανέφερε τότε ο κ. Κώστας, για να προσθέσει: «Στις 17:30 η φωτιά είχε γίνει πλέον ανεξέλεγκτη. Εναέρια δεν υπάρχουν, κυρία πρόεδρε, ένα εναέριο. Δεν ήρθε ξανά άλλο. Αν έρχονταν τρία-τέσσερα εναέρια μέχρι τις 5 με 5:30 η φωτιά δεν θα είχε φτάσει ούτε στον Βουτζά. Η φωτιά ήταν σε εξέλιξη, αλλά δεν ήταν ανεξέλεγκτη».