Η επίσκεψη του Ινδού πρωθυπουργού, Ναρέντρα Μόντι, στο Ισραήλ και η ιστορική του ομιλία στην Κνεσέτ δεν ήταν ένα ακόμη διπλωματικό στιγμιότυπο.

Εντάσσεται στο ευρύτερο όραμα «Viksit Bharat 2047», τον στρατηγικό οδικό χάρτη της ινδικής κυβέρνησης για τη μετατροπή της χώρας σε πλήρως αναπτυγμένο έθνος έως την εκατονταετηρίδα της ανεξαρτησίας της το 2047, για μια κυρίαρχη, τεχνολογικά αυτάρκη και γεωπολιτικά ισχυρή Ινδία.

31505567.jpg

Το «Viksit Bharat 2047» δεν αποτελεί μόνο οικονομικό πρόγραμμα αλλά στρατηγικό σχέδιο μετατροπής της Ινδίας σε τεχνολογική, βιομηχανική και γεωπολιτική δύναμη πρώτης γραμμής.

Στο πλαίσιο αυτό, η σύγκλιση με το Ισραήλ αποτελεί δήλωση στρατηγικής κατεύθυνσης: Ινδία και Ισραήλ «δένουν» πιο σφιχτά σε τεχνητή νοημοσύνη, προηγμένες τεχνολογίες και κυρίως συμπαραγωγή αμυντικών συστημάτων, σε μια περίοδο που η ασφάλεια, η τεχνολογία και οι εφοδιαστικές αλυσίδες μετατρέπονται εκ νέου σε εργαλεία γεωπολιτικής ισχύος.

Αναδυόμενο γεωστρατηγικό τόξο

Στην ίδια σκηνή, ο Νετανιάχου επιχείρησε να εντάξει αυτή τη στρατηγική σύγκλιση σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, μιλώντας ουσιαστικά για ένα αναδυόμενο γεωστρατηγικό τόξο, που εκτείνεται από την Ινδία έως την Ευρώπη.

Αναφέρθηκε στον υφιστάμενο πυρήνα συνεργασίας μεταξύ Ινδίας, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ΗΠΑ, όπως αποτυπώνεται στο σχήμα «I2U2 (σ.σ.: συνεργασία Ινδίας-Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ΗΠΑ)», αλλά και στη δυνατότητα επέκτασής του προς την Ανατολική Μεσόγειο, με Ελλάδα και Κύπρο να λειτουργούν ως φυσική πύλη προς την Ευρώπη.

Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική συνεργασίας που συνδέει τεχνολογικούς κόμβους, ενεργειακές υποδομές και διαδρόμους μεταφορών, συγκροτώντας ένα νέο πλέγμα ισχύος που αντιπαρατίθεται σε ανταγωνιστικά γεωπολιτικά μπλοκ.

Για την Αθήνα, η ουσία δεν βρίσκεται στις διακηρύξεις, αλλά στη λειτουργική ένταξή της σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική.

Η Ινδία ανεβαίνει ταχύτατα κλίμακα σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα drones, η κυβερνοάμυνα, οι αισθητήρες και τα ολοκληρωμένα συστήματα επιτήρησης. Το Ισραήλ διαθέτει ώριμες πλατφόρμες, τεχνολογική υπεροχή και επιχειρησιακή εμπειρία σε πραγματικές συνθήκες μάχης. Η Ελλάδα, ως κράτος πρώτης γραμμής στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει θέση παραγωγής και όχι απλώς θέση αγοράς.

Για να συμβεί αυτό, απαιτείται η υιοθέτηση ενός ελληνικού μοντέλου «Make in Greece», με μεταρρύθμιση και ανασυγκρότηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας –από την ΕΑΒ έως τα ΕΑΣ και τις ιδιωτικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας– ώστε η χώρα να καταστεί οργανικό μέρος διεθνών συμπαραγωγών σε υποσυστήματα, λογισμικό, συστήματα υποστήριξης και κέντρα δοκιμών και πιστοποίησης. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ενισχύσει μόνο την αποτρεπτική ισχύ της χώρας, αλλά θα την εντάξει στον πυρήνα της νέας τεχνολογικής αλυσίδας αξίας.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά κομβική σημασία ο διάδρομος IMEC, που ανακοινώθηκε στη σύνοδο G20 στο Νέο Δελχί στις 9 Σεπτεμβρίου 2023. Ο διάδρομος αυτός συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω του Κόλπου και του Ισραήλ, δημιουργώντας έναν νέο εμπορικό και ενεργειακό άξονα που αποφεύγει παραδοσιακές διαδρομές.

Δεν είναι τυχαίο ότι από αυτόν τον διάδρομο απουσιάζει πλήρως η Τουρκία. Η γεωγραφία, που για δεκαετίες θεωρούνταν αναπόδραστη, παρακάμπτεται για πρώτη φορά από έναν νέο άξονα που μεταφέρει το κέντρο βάρους από την Ανατολία στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για εξέλιξη με βαθύ γεωστρατηγικό αποτύπωμα, καθώς αναβαθμίζει αντικειμενικά τη σημασία της Ελλάδας και της Κύπρου ως πυλώνων σύνδεσης με την Ευρώπη.

Η Ελλάδα οφείλει να πατήσει έγκαιρα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, όχι μόνο ως πύλη μεταφοράς εμπορευμάτων, αλλά ως ολοκληρωμένος κόμβος logistics, ενέργειας και δεδομένων. Τα ελληνικά λιμάνια, οι ενεργειακές διασυνδέσεις, τα υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων και οι υποδομές πράσινης ενέργειας μπορούν να καταστήσουν τη χώρα βασικό κόμβο του νέου διαδρόμου. Σε αυτήν την εξίσωση, η ελληνική ναυτιλία αποτελεί τον φυσικό συνδετικό ιστό του συστήματος, εξασφαλίζοντας τη μεταφορά εμπορευμάτων και ενέργειας και ενισχύοντας τον γεωοικονομικό ρόλο της χώρας.

Το αντίβαρο Τουρκίας-Πακιστάν

Η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Ινδίας, Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της εμβάθυνσης της στρατηγικής σχέσης μεταξύ Τουρκίας και Πακιστάν. Η σύμπλευση Άγκυρας-Ισλαμαμπάντ επεκτείνεται στην αμυντική βιομηχανία, στις συμπαραγωγές και στη μεταφορά τεχνολογίας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη συνεργασία σε drones, ναυτικά συστήματα και αεροπορικές πλατφόρμες. Αυτό δημιουργεί έναν άξονα με δυνατότητα προβολής ισχύος από τη Μαύρη Θάλασσα έως τον Ινδικό Ωκεανό.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η σύγκλιση Ινδίας-Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου δημιουργεί για πρώτη φορά ένα σαφές γεωστρατηγικό αντίβαρο, το οποίο βασίζεται όχι μόνο σε στρατιωτική ισχύ, αλλά και σε τεχνολογία, οικονομία και διασυνδεσιμότητα.

Η Ελλάδα διαθέτει ήδη θεσμικό και στρατηγικό υπόβαθρο μέσω της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Το ζητούμενο πλέον είναι η αναβάθμιση αυτής της συνεργασίας σε τεχνολογικό, βιομηχανικό και γεωοικονομικό επίπεδο, με την Ινδία να λειτουργεί ως στρατηγικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Αυτό σημαίνει κοινά ερευνητικά προγράμματα, συμπαραγωγές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές και ενεργή συμμετοχή στον IMEC.

Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, διαμορφώνεται ένας νέος διάδρομος ισχύος, που συνδέει την Ινδική Χερσόνησο με την Ευρώπη μέσω της Ανατολικής Μεσογείου. Αν η Ελλάδα κινηθεί έγκαιρα και στρατηγικά, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς πυλώνες αυτού του νέου γεωπολιτικού συστήματος, μετατρέποντας τη γεωγραφική της θέση σε πολλαπλασιαστή ισχύος, ασφάλειας και ευημερίας. Αν όχι, κινδυνεύει να παρακολουθεί ως απλός παρατηρητής μια ιστορική αναδιάταξη που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη.