Ο Νίκος Τσάφος ανοίγει τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, τις επενδύσεις σε SMRs και το μέλλον του φθηνού, σταθερού ηλεκτρικού ρεύματος.
Η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής και η Ελλάδα ξεκινά πλέον οργανωμένα να εξετάζει όλα τα πιθανά σενάρια για το μέλλον του ηλεκτρικού της συστήματος. Με φόντο την ενεργειακή ασφάλεια, το αυξανόμενο κόστος ηλεκτροπαραγωγής και την ανάγκη σταθερής τροφοδοσίας σε μια εποχή κυριαρχίας των ΑΠΕ, ο Νίκος Τσάφος έθεσε στο τραπέζι τη σημασία δημιουργίας τεχνογνωσίας, θεσμικής ετοιμότητας και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, ώστε η χώρα να μπορεί τα επόμενα χρόνια να αξιολογήσει με σοβαρότητα τις νέες πυρηνικές τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs), που κερδίζουν έδαφος διεθνώς ως πιθανή λύση για αξιόπιστη και χαμηλών εκπομπών ηλεκτροπαραγωγή.
Την ανάγκη να προηγηθεί η δημιουργία ενός ισχυρού θεσμικού, επιστημονικού και κοινωνικού πλαισίου πριν από οποιαδήποτε απόφαση για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα ανέδειξε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, σύμφωνα με το ProtoThema.gr, κατά τη διάρκεια ημερίδας για την πυρηνική ενέργεια που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή (29/5), με τη συμμετοχή εκπροσώπων της ακαδημαϊκής κοινότητας, νομικών, ερευνητικών φορέων και ρυθμιστικών αρχών.
Η Ελλάδα, δεν ξεκινά από μηδενική βάση
Η ανάπτυξη πάντως ενός πυρηνικού προγράμματος δεν αποτελεί μια βραχυπρόθεσμη επιλογή, αλλά μια πολυετή εθνική διαδικασία που από το στάδιο της προετοιμασίας έως την πιθανή λειτουργία μιας πρώτης μονάδας μπορεί να απαιτήσει από 10 έως και 20 χρόνια ή και περισσότερο.
Η Ελλάδα, δεν ξεκινά από μηδενική βάση στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. Από το 1961 λειτουργούσε στο ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος ο μοναδικός ερευνητικός πυρηνικός αντιδραστήρας της χώρας, ο οποίος παρέμεινε ενεργός για δεκαετίες και συνέβαλε στη δημιουργία επιστημονικής γνώσης και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Αν και ο αντιδραστήρας έχει παύσει να λειτουργεί εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια και βρίσκεται σε διαδικασία αποξήλωσης, η εμπειρία και η τεχνογνωσία που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτόν αποτελούν σήμερα τη βασική εθνική παρακαταθήκη στον συγκεκριμένο τομέα.
Χρειαζόμαστε ένα αξιόπιστο ενεργειακό σύστημα
Ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται σήμερα στο στάδιο λήψης αποφάσεων για την κατασκευή πυρηνικών μονάδων, αλλά σε μια φάση διερεύνησης όλων των διαθέσιμων ενεργειακών επιλογών.
Όπως εξήγησε, η βασική απάντηση της χώρας στις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης παραμένει η αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών και αντλησιοταμιευτικών έργων, καθώς και η ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, παραμένει ανοικτό το ερώτημα του πώς μπορεί να διατηρηθεί ένα αξιόπιστο ενεργειακό σύστημα με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, όταν απαιτούνται παράλληλα εφεδρικές υποδομές για τις περιόδους κατά τις οποίες η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν επαρκεί.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στη διεθνή επιστροφή του ενδιαφέροντος για την πυρηνική ενέργεια, επισημαίνοντας ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά και διεθνώς καταγράφονται σημαντικές επενδύσεις και τεχνολογικές εξελίξεις, τόσο στους συμβατικούς αντιδραστήρες όσο και στις νέες τεχνολογίες, όπως οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs).
Ο ίδιος αναγνώρισε ότι η πυρηνική ενέργεια εξακολουθεί να αποτελεί μια δύσκολη τεχνολογία, καθώς πολλά έργα διεθνώς αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις και υπερβάσεις κόστους. «Δεν πρόκειται για μια τεχνολογία που μπορεί κανείς να παραγγείλει γνωρίζοντας με βεβαιότητα πότε θα παραδοθεί και ποιο θα είναι το τελικό κόστος της», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για να ξεκινήσει τότε να αποκτά γνώση και τεχνογνωσία. Αντίθετα, θα πρέπει από σήμερα να παρακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις και να κατανοεί τις διαθέσιμες επιλογές και τις προκλήσεις που αυτές συνεπάγονται.
«Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει σήμερα να προχωρήσει σε ένα πυρηνικό πρόγραμμα. Το ερώτημα είναι αν πρέπει να αποκτήσει τη γνώση και την ικανότητα να αξιολογήσει σοβαρά αυτή την επιλογή στο μέλλον», τόνισε ο υφυπουργός.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος είναι να δημιουργηθούν από τώρα τα θεμέλια ώστε, εφόσον οι τεχνολογικές και οικονομικές συνθήκες καταστήσουν την πυρηνική ενέργεια κατάλληλη για τις ανάγκες της χώρας, η Ελλάδα να μην ξεκινήσει από το μηδέν.
«Αυτός είναι ο βασικός στόχος μας σήμερα: η οικοδόμηση γνώσης, ικανοτήτων και θεσμικής ετοιμότητας, ώστε η χώρα να είναι σε θέση να αξιολογήσει τις επιλογές της όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν», κατέληξε.
Η ανάγκη για γνώση και εξειδικευμένο προσωπικό
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Τσάφος στάθηκε στην ανάγκη ανάπτυξης εγχώριας τεχνογνωσίας και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, τονίζοντας ότι η χώρα οφείλει να επενδύσει στην εκπαίδευση επιστημόνων, μηχανικών και ειδικών που θα μπορούν να παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις και να αξιολογούν τις νέες τεχνολογίες. Όπως επεσήμανε, η ανάγκη αυτή υφίσταται ανεξάρτητα από το αν η Ελλάδα επιλέξει τελικά να αναπτύξει πυρηνικό πρόγραμμα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάγκη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, επισημαίνοντας ότι κανένα μεγάλο ενεργειακό έργο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ευρεία αποδοχή από την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Όπως ανέφερε, η δημόσια συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια έχει αρχίσει να μετακινείται από την ιδεολογική αντιπαράθεση σε έναν πιο ώριμο διάλογο που βασίζεται σε δεδομένα και τεχνικές αξιολογήσεις.
Ωστόσο στην Ελλάδα, ο προεκλογικός χρόνος ενδεχομένως να μεταβάλει το σχεδιασμό παρά το γεγονός ότι το επόμενο διάστημα θα φτιαχτεί ένα road map για να χαραχθεί μια πρώτη διαδρομή για την πυρηνική τεχνολογία.
Ο Δημόκριτος και η κληρονομιά του μοναδικού ελληνικού πυρηνικού αντιδραστήρα
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο διευθυντής του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, Βαγγέλης Καρκαλέτσης, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη μια σημαντική επιστημονική παρακαταθήκη στον τομέα της πυρηνικής έρευνας και δεν ξεκινά από μηδενική βάση.
Όπως υπενθύμισε, ο Δημόκριτος δημιουργήθηκε ακριβώς με στόχο την ανάπτυξη εθνικής ικανότητας στην πυρηνική έρευνα, στις εφαρμογές της πυρηνικής φυσικής και στην αξιοποίηση της ατομικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Στις 31 Ιουλίου 1961 τέθηκε σε λειτουργία ο πρώτος και μοναδικός ερευνητικός πυρηνικός αντιδραστήρας της χώρας.
Παρά την παύση λειτουργίας του αντιδραστήρα, ο κ. Καρκαλέτσης σημείωσε ότι στη χώρα εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό ερευνητικό υπόβαθρο, τόσο στον Δημόκριτο όσο και σε πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα, όπως το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η πολυετής απουσία ενεργού πυρηνικής ερευνητικής υποδομής έχει οδηγήσει σε σταδιακή απομείωση του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε ως πρώτη προτεραιότητα την ανασυγκρότηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, με την εκπαίδευση μιας νέας γενιάς επιστημόνων, μηχανικών, τεχνικών, στελεχών ρυθμιστικών αρχών και δημοσίων λειτουργών που θα μπορούν να υποστηρίξουν μελλοντικά οποιαδήποτε εθνική επιλογή στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας.
Παράλληλα, ανέδειξε τον ρόλο του Δημόκριτου ως ανεξάρτητου επιστημονικού συμβούλου της Πολιτείας, υπογραμμίζοντας ότι πριν από οποιαδήποτε απόφαση απαιτείται τεκμηριωμένη αξιολόγηση των διαθέσιμων τεχνολογιών, των ζητημάτων ασφάλειας, της διαχείρισης αποβλήτων, της ακτινοπροστασίας και των απαιτούμενων υποδομών.
Ο κ. Καρκαλέτσης υπογράμμισε ακόμη ότι η συμβολή ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην πυρηνική τεχνολογία. Υπενθύμισε ότι ο Δημόκριτος δεν παρήγαγε μόνο πυρηνικούς φυσικούς και μηχανικούς, αλλά συνέβαλε στη δημιουργία ενός ευρύτερου επιστημονικού οικοσυστήματος, μέσα από το οποίο αναδείχθηκαν επιστήμονες και πανεπιστημιακοί που αργότερα στελέχωσαν ερευνητικά κέντρα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.
Οι τρεις φάσεις για τη δημιουργία πυρηνικού προγράμματος
Από την πλευρά της, η Αναστασία Μακρή, partner της Ζέπος & Γιαννόπουλος, ανέλυσε το θεσμικό και ρυθμιστικό σκέλος μιας πιθανής πυρηνικής επιλογής, επισημαίνοντας ότι η τεχνική αξιολόγηση αποτελεί μόνο τη μία διάσταση ενός ιδιαίτερα σύνθετου εγχειρήματος.
Όπως ανέφερε, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας περιγράφουν αναλυτικά τα βήματα που οφείλει να ακολουθήσει μια χώρα πριν προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος.
Σύμφωνα με την ίδια, η πρώτη φάση αφορά την αξιολόγηση της αναγκαιότητας της πυρηνικής ενέργειας. Σε αυτό το στάδιο εξετάζονται οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας, οι εναλλακτικές επιλογές ηλεκτροπαραγωγής, η δομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ο ρόλος που θα μπορούσε να διαδραματίσει η πυρηνική ενέργεια στο εθνικό ενεργειακό μείγμα.
Ακολουθεί η δεύτερη φάση, κατά την οποία δημιουργείται το απαραίτητο θεσμικό οικοδόμημα. Σε αυτή περιλαμβάνονται η ανάπτυξη του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, οι διαδικασίες αδειοδότησης και εποπτείας, οι μηχανισμοί πυρηνικής ασφάλειας και η εκπαίδευση του αναγκαίου ανθρώπινου δυναμικού.
Μόνο μετά την ολοκλήρωση αυτών των δύο σταδίων μπορεί να ακολουθήσει η τρίτη φάση, δηλαδή η κατασκευή και λειτουργία μιας πυρηνικής εγκατάστασης. Όπως υπογράμμισε η κ. Μακρή, η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί έργο μιας κυβερνητικής θητείας ούτε καν μιας δεκαετίας. Από την έναρξη της θεσμικής και τεχνικής προετοιμασίας μέχρι την ενδεχόμενη λειτουργία ενός πρώτου πυρηνικού σταθμού μπορεί να απαιτηθούν 15 έως 20 χρόνια ή και περισσότερο.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν ότι η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική επιλογή, αλλά μια μακροχρόνια στρατηγική απόφαση που προϋποθέτει ισχυρούς θεσμούς, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, κοινωνική αποδοχή και μακροπρόθεσμο εθνικό σχεδιασμό. Πριν από οποιαδήποτε απόφαση, απαιτείται συστηματική προετοιμασία ώστε η χώρα να μπορεί να αξιολογήσει με πληρότητα τόσο τα οφέλη όσο και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται ένα ενδεχόμενο πυρηνικό πρόγραμμα.