Ο Α. Τσίπρας έχει εστιάσει στις πρώτες εβδομάδες από την ίδρυση στην Ε.Λ.Α.Σ στην παρουσίαση νέων προσώπων, ανάμεσα στα οποία μεταγραφές από το ΠΑΣΟΚ, και στην επικοινωνία.
Αξιοποιώντας ταυτόχρονα και την αδυναμία των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα τελευταία δύο χρόνια φαίνεται να έχει μια δυναμική. Στον πρώτο κύκλο δημοσκοπήσεων εμφανίστηκε με 15.3% στην εκτίμηση ψήφου και τώρα φαίνεται να κινείται σε ένα 16%-17%.
Διόλου άσχημα, αλλά η προσπάθεια τώρα ξεκίνησε και ποτέ καμία πολιτική εξέλιξη δεν ξετυλίγεται γραμμικά, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο Α. Τσίπρας ξέρει ότι έχει δύο συν ένα προβλήματα: το παρελθόν του ως αντιπολίτευση και ως κυβέρνηση που έχει οδηγήσει ένα 65%-70% απέναντί του σταθερά, την απουσία κάποιου ολοκληρωμένου προγράμματος που να έχει κάποιες νέες ιδέες και να διαπνέονται από νέες αντιλήψεις και βέβαια τις πιθανές αντιδράσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες των πρώην συντρόφων του που νιώθουν να τους ευτελίζει και να θέλουν κάπως να απαντήσουν.
Ωστόσο, το πιο βασικό πρόβλημα είναι το Πρόγραμμα, γιατί η απουσία του έγινε ήδη αισθητή όταν νέα πρόσωπα, στελέχη της Ε.Λ.Α.Σ άρχισαν να προτείνουν φορολόγηση για κάθε τι που κινείται ή να λένε απίστευτα πράγματα. Ο Α. Τσίπρας κατάλαβε τι πάει να γίνει και γι΄ αυτό, στην τελευταία του συνέντευξη, τους άδειασε ολίγον χιουμοριστικά, αλλά πολύ υποτιμητικά. Ωστόσο, η ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα, της ΕΛ.Α.Σ, συνοδεύτηκε από εξαγγελίες για μια «νέα Μεταπολίτευση» και ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής πολιτικής.
Υπάρχουν προτάσεις που έχει διατυπώσει ο ίδιος και όχι κάποιο άγνωστο νέο στέλεχος ιδιαίτερα για τη ΔΕΗ και τη φορολόγηση τραπεζών. Το ερώτημα που τίθεται, όμως, είναι κατά πόσο οι θέσεις αυτές αποτελούν πραγματική ανανέωση ή επαναλαμβάνουν πολιτικές που έχουν ήδη δοκιμαστεί, δείχνοντας εμμονή και αδυναμία υπέρβασης ξεπερασμένων αντιλήψεων. Η νέα ρητορική μπορεί να έχει διαφορετική διατύπωση, όμως – κατά πολλούς – η ουσία παραμένει η ίδια.
Ας σταθούμε στην επανάληψη της πρότασης ουσιαστικά για κρατική ΔΕΗ. Στην Ελλάδα αποδείχτηκε ότι η υπερβολική πολιτική παρέμβαση σε μια εισηγμένη επιχείρηση μπορεί να περιορίσει τις επενδύσεις, να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητά της και να δημιουργήσει αβεβαιότητα στις αγορές. Η ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική αποστολή και την οικονομική βιωσιμότητα παραμένει ένα δύσκολο ζητούμενο. Είναι σε όλους γνωστό, ότι η οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ το 2019 και σήμερα είναι ουσιαστικά διαφορετική και αυτό επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητά της να λειτουργεί ως παράγοντας σταθεροποίησης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Το καλοκαίρι του 2019 η ΔΕΗ αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ενδεικτικά: Τα ταμειακά διαθέσιμα ήταν ιδιαίτερα περιορισμένα και υπήρχαν προειδοποιήσεις ακόμη και για προβλήματα ρευστότητας. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές πελατών ξεπερνούσαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Το πρώτο εξάμηνο του 2019 εμφάνιζε ζημιές εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Η επιχείρηση είχε υψηλό δανεισμό και δυσκολευόταν να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις.
Η εξάρτηση από τις λιγνιτικές μονάδες, που επιβαρύνονταν από το αυξανόμενο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂, επιδείνωνε την οικονομική της θέση. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν ακόμη και διεθνείς εκθέσεις που χαρακτήριζαν τη ΔΕΗ ως επιχείρηση υψηλού χρηματοοικονομικού κινδύνου. Η σημερινή εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: παρουσιάζει σταθερή κερδοφορία, διαθέτει σημαντικά υψηλότερα λειτουργικά κέρδη, έχει πολύ καλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, απέκτησε τη ρουμανική Enel Romania, εξελισσόμενη σε περιφερειακό ενεργειακό όμιλο, διατηρεί ισχυρότερη πιστοληπτική αξιολόγηση σε σχέση με το 2019.
Η ΔΕΗ πλέον δεν θεωρείται εταιρεία που αγωνίζεται να επιβιώσει, αλλά ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το Επιχειρησιακό Σχέδιό της περιλαμβάνει επενδύσεις 24 δισ. ευρώ μέχρι το 2030 και αύξηση του Μετοχικού της Κεφαλαίου κατά 4 δισ. ευρώ.
Αυτή η οικονομική ισχύς της που την απέκτησε στο διάστημα από το 2019 μέχρι σήμερα έχει τεράστια σημασία όχι απλά για την επιχείρηση, αλλά και για τη ζωή των πολιτών. Δεν χρειάζονται δα και μεγάλη γνώση περί οικονομίας για να γίνει αυτό κατανοητό. Όταν μια επιχείρηση είναι ζημιογόνα, όπως το 2019, δεν μπορεί εύκολα να απορροφήσει μέρος του αυξημένου κόστους. Αν επιχειρήσει να πουλάει κάτω από το κόστος για μεγάλο χρονικό διάστημα, κινδυνεύει η ίδια.
Αντίθετα, μια οικονομικά ισχυρή ΔΕΗ μπορεί: να απορροφήσει προσωρινά μέρος των αυξήσεων, να διαμορφώσει ανταγωνιστικά τιμολόγια, να πιέσει και τους ιδιώτες προμηθευτές να μειώσουν τις τιμές ώστε να μη χάσουν πελάτες, να προσφέρει εκπτώσεις ή ειδικά προγράμματα χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητά της. Δεν σημαίνει ότι μπορεί να πουλάει μόνιμα κάτω από το κόστος. Σημαίνει, όμως, ότι διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια εμπορικής πολιτικής. Το τι σημαίνει ισχυρή ΔΕΗ το είδαμε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μετά τη ρωσική εισβολή το 2022 οι τιμές του φυσικού αερίου εκτοξεύθηκαν και μαζί τους οι χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την Ευρώπη.
Στην Ελλάδα η αντιμετώπιση βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: κρατικές επιδοτήσεις των λογαριασμών, φορολόγηση μέρους των υπερκερδών στην ηλεκτροπαραγωγή, ενεργό εμπορική πολιτική της ΔΕΗ. Η ΔΕΗ ανακοίνωσε επανειλημμένα εκπτώσεις στα τιμολόγιά της, γεγονός που ανάγκασε και πολλούς ιδιώτες παρόχους να προσαρμόσουν τις τιμές τους για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί. Η εταιρεία δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει αυτή την πολιτική αν βρισκόταν στην οικονομική κατάσταση του 2019.
Εδώ ακριβώς τίθενται και τα ερωτήματα για την τοποθέτηση Τσίπρα. Τι θετικό θα έφερνε η κρατικοποίησή της, όταν και τώρα το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 35% των μετοχών της; Είναι εμμονή; Είναι ιδεολογική αντίληψη; Είναι ένα σινιάλο προς παλιούς συντρόφους «μη με περνάτε ότι εγκατέλειψα τις αριστερές αντιλήψεις μου»; Δεν κατανοεί ότι αν η επιχείρηση υποχρεώνεται να πουλά συστηματικά κάτω από το κόστος για κοινωνικούς λόγους, κινδυνεύει να επιστρέψει σε κατάσταση οικονομικής αδυναμίας, μεταφέροντας τελικά το βάρος στους φορολογουμένους ή στους μετόχους της; Δεν έχει δει τα στοιχεία προόδου της ΔΕΗ και δεν έχει εμπεδώσει ότι η πρόκληση για κάθε κυβέρνηση είναι να αξιοποιεί τη χρηματοοικονομική ισχύ της ΔΕΗ ως εργαλείο σταθεροποίησης της αγοράς χωρίς να υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και την επενδυτική της ικανότητα;
Το σίγουρο είναι ο ισχυρισμός ότι ο Αλέξης Τσίπρας παρουσιάζει «νέες θέσεις» θα αμφισβητηθεί στον βαθμό που αρκετές από τις βασικές προτάσεις του αποτελούν συνέχεια παλαιότερων, γνωστών πολιτικών επιλογών. Αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει ο Α. Τσίπρας στο επόμενο διάστημα, αφού κανένα κόμμα δεν έπεισε εν τέλει ότι είναι νέο, όταν με νέα απλά πρόσωπα επαναλαμβάνει παλιές ιδέες που απέτυχαν.
Ας μη ξεχνάμε δε, ότι η δημόσια συζήτηση δεν αφορά μόνο το αν οι προτάσεις είναι νέες ή παλιές, αλλά κυρίως αν μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να υπονομεύσουν την ανάπτυξη, την επενδυτική εμπιστοσύνη και τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας. Αυτό είναι το πραγματικό κριτήριο με το οποίο θα αξιολογηθούν από τους πολίτες.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal.gr