Όταν η αγωνία των νέων για το αύριο μετατρέπεται σε πολιτική προσδοκία για ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος αναγνωρίζει τα προβλήματα, αλλά και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για όσα προτείνει ως διέξοδο.

Ο Πάνος Λαμπρινίδης-Στάχτος, πρώην γραμματέας της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και πλέον πολιτικά συμπαρατασσόμενος με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), επέλεξε να στείλει ένα μήνυμα που αξίζει να εξεταστεί πέρα από τον ενθουσιασμό των συνθημάτων.

«Άντε και στα δικά μας! Να πάρει σειρά η Ελλάδα. Είμαστε κοντά», δήλωσε  στον ραδιοφωνικό σταθμό ΝΕΟ 103,3, αναφερόμενος στις κινητοποιήσεις που πραγματοποιούνται σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ προέβλεψε ότι τον Νοέμβριο μαθητές και φοιτητές θα βγουν στους δρόμους.

Το ερώτημα είναι απλό: όταν ένας νέος πολιτικός παράγοντας βλέπει τη δυσαρέσκεια που εκδηλώνεται σε άλλες χώρες και εύχεται να έρθει η σειρά της Ελλάδας, ποιο ακριβώς μήνυμα εκπέμπει προς μια γενιά που ήδη δοκιμάζεται;

Η κοινωνική αγωνία δεν είναι πολιτικό καύσιμο

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η στεγαστική κρίση και η ακρίβεια αποτελούν σοβαρά προβλήματα. Για χιλιάδες νέους, το ενοίκιο απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος, η καθημερινότητα γίνεται ολοένα ακριβότερη και η προοπτική μιας αυτόνομης ζωής μοιάζει συχνά μακρινή.

Αυτή η πραγματικότητα απαιτεί πολιτικές απαντήσεις, συγκεκριμένες προτάσεις και αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Απαιτεί σχέδιο για προσιτή κατοικία, καλύτερες αποδοχές, περισσότερες ευκαιρίες και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

Δεν απαιτεί, όμως, την άκριτη καλλιέργεια της προσδοκίας ότι η επόμενη μεγάλη κινητοποίηση θα αποτελέσει από μόνη της τη λύση.

Η διαμαρτυρία είναι δημοκρατικό δικαίωμα. Η ειρηνική διεκδίκηση είναι αναπόσπαστο στοιχείο μιας ζωντανής κοινωνίας. Άλλο, όμως, η στήριξη των πολιτών που διαμαρτύρονται για πραγματικά προβλήματα και άλλο η πολιτική επένδυση στην προσδοκία μιας γενικευμένης κοινωνικής έκρηξης.

Η νεολαία δεν χρειάζεται πολιτικούς που απλώς προβλέπουν πότε θα βγει στους δρόμους. Χρειάζεται πολιτικούς που εξηγούν τι θα αλλάξει όταν επιστρέψει από αυτούς.

Η Ευρώπη ως παράδειγμα ή ως άλλοθι;

Ο Λαμπρινίδης-Στάχτος επικαλέστηκε τις κινητοποιήσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Αλβανία, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα ενδέχεται να ακολουθήσει.

Όμως οι κοινωνίες δεν είναι συγκοινωνούντα δοχεία στα οποία μεταφέρονται αυτομάτως η οργή, οι συγκρούσεις και οι πολιτικές συνθήκες από τη μία πρωτεύουσα στην άλλη. Κάθε χώρα έχει διαφορετικά προβλήματα, διαφορετικές κοινωνικές ισορροπίες και διαφορετικές αιτίες διαμαρτυρίας.

Η επίκληση των ευρωπαϊκών κινητοποιήσεων μπορεί να αποτελεί αφορμή για σοβαρή συζήτηση σχετικά με τις αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Δεν αρκεί, ωστόσο, ως πολιτικό σχέδιο. Ούτε συνιστά απόδειξη ότι η Ελλάδα βρίσκεται αναπόφευκτα μπροστά σε μια νέα περίοδο αναταραχής.

Και κυρίως, η εικόνα των γεμάτων δρόμων δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Η επιτυχία μιας κοινωνίας δεν μετριέται από το πόσο συχνά παραλύουν οι πόλεις της, αλλά από το κατά πόσο οι θεσμοί της μπορούν να δίνουν λύσεις χωρίς να αφήνουν τα προβλήματα να διογκώνονται.

Από τον ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΛ.Α.Σ. και από τα συνθήματα στις ευθύνες

Η πολιτική συμπόρευση του πρώην γραμματέα της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με την ΕΛ.Α.Σ. αποτελεί πολιτική του επιλογή. Η μετακίνηση από έναν πολιτικό χώρο σε έναν άλλο δεν συνιστά από μόνη της ούτε μομφή ούτε απόδειξη πολιτικής ασυνέπειας.

Αυτό που δικαιούται, όμως, να κρίνει η κοινωνία είναι το περιεχόμενο των δημόσιων παρεμβάσεων κάθε πολιτικού στελέχους, ανεξάρτητα από την κομματική του διαδρομή.

Όταν κάποιος δηλώνει ότι «η Ελλάδα» πρέπει να πάρει σειρά μετά τις κινητοποιήσεις άλλων χωρών, οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς προσδοκά από αυτή την εξέλιξη. Μαζική ειρηνική διεκδίκηση; Πίεση για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις; Ή απλώς μια εικόνα πολιτικής αναταραχής που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από όσους επιδιώκουν να εμφανιστούν ως εκφραστές της;

Η δήλωσή του δεν αποδεικνύει ότι υποστηρίζει βίαιες ενέργειες ή καταστροφές. Δικαιολογεί, ωστόσο, ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: πού τελειώνει η αλληλεγγύη προς τους πολίτες που διεκδικούν και πού αρχίζει η πολιτική προσδοκία ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναταραχή;

Οι νέοι αξίζουν κάτι περισσότερο από μια πρόβλεψη για τον Νοέμβριο

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν κινητοποιήσεις τον Νοέμβριο. Είναι αν όσοι απευθύνονται στη νέα γενιά έχουν να παρουσιάσουν κάτι περισσότερο από την προσδοκία τους να τη δουν να κινητοποιείται.

Ποιο είναι το σχέδιο για τη στέγαση; Ποιες είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις για την ακρίβεια; Πώς θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας με αξιοπρεπείς αμοιβές; Πώς θα αποκτήσουν οι νέοι πραγματικές προοπτικές, αντί να αισθάνονται ότι η μόνη δυνατότητα να ακουστούν είναι να κατεβούν στον δρόμο;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που έχουν σημασία. Και σε αυτές οφείλουν να απαντούν όσοι διεκδικούν πολιτικό ρόλο.

Γιατί οι νέοι δεν είναι αριθμοί σε μια πολιτική πρόβλεψη, ούτε ένα διαθέσιμο ακροατήριο για την επόμενη αντιπαράθεση. Είναι πολίτες με δικαιώματα, αγωνίες και προσδοκίες. Έχουν δικαίωμα να διαδηλώνουν ειρηνικά, αλλά έχουν και δικαίωμα να απαιτούν από την πολιτική συγκεκριμένες λύσεις.

Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν είναι ούτε ιδιοκτησία ενός κόμματος ούτε πολιτικό τρόπαιο. Είναι προειδοποίηση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.