Το μπλακ άουτ στον FIR Αθηνών διέκοψε κρίσιμες επικοινωνίες των ελληνικών αεροδρομίων λόγω παρωχημένων υποδομών και τεχνικού αποσυγχρονισμού.

Οι επικοινωνίες των ελληνικών αεροδρομίων στον FIR Αθηνών διακόπηκαν προσωρινά στις 4 Ιανουαρίου 2026, αφήνοντας τυφλή τη διαχείριση εναέριας κυκλοφορίας, λόγω τεχνικών βλαβών, αποσυγχρονισμού υποδομών και ψηφιακού θορύβου, χωρίς κίνδυνο για τις πτήσεις. Το πόρισμα της ειδικής επιτροπής αναδεικνύει την ανάγκη εκσυγχρονισμού των VCS/RCS, ενίσχυσης τηλεμετρίας και καλύτερης συνεργασίας ΥΠΑ–ΟΤΕ για την αδιάλειπτη ασφάλεια των ελληνικών αεροδρομίων.

Στη δημοσιότητα δόθηκε το πόρισμα της επιτροπής για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το μπλακ άουτ τις επικοινωνίες των ελληνικών αεροδρομίων στις 4 Ιανουαρίου, που οδήγησε στο «άδειασμα» του FIR Αθηνών.

Το πόρισμα και το συμπέρασμα 

Το συμπέρασμα της επιτροπής είναι ότι το συμβάν προέκυψε από ««ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε λόγω αποσυγχρονισμού σε πλειάδα ετερογενών διατάξεων/διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ, με αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση/συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών και την υποβάθμιση/διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων».

«Υποβλήθηκε, σήμερα, στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης του περιστατικού αναστολής λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026, η οποία συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού, με σκοπό να αποσαφηνιστούν τα ακριβή αίτια του προβλήματος που παρουσιάστηκε σε συχνότητες του FIR Αθηνών.

Στην Επιτροπή, υπό τον Διοικητή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας Χρήστο Τσίτουρα, συμμετείχαν ως μέλη: ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας, ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Ζαμπακόλας, Μηχανικός Επικοινωνιών Επιτελής ΓΕΕΘΑ, ο υποδιευθυντής εποπτείας φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) Νίκος Ηγουμενίδης, εκπρόσωπος του EUROCONTROL (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας), ενώ συμμετείχε ως παρατηρητής και εκπρόσωπος του EASA (European Union Aviation Safety Agency).

Η Επιτροπή αναγνώρισε ως εμπλεκόμενους φορείς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), από τους οποίους ζήτησε και έλαβε επίσημη αναφορά των δράσεών τους, ενώ αξιολόγησε και τις πληροφορίες που έλαβε από συνεντεύξεις με στελέχη των δύο οργανισμών.

Το πόρισμα

Σύμφωνα με την έκθεση των εμπειρογνωμόνων: το Συμβάν οφείλεται σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε λόγω αποσυγχρονισμού σε πλειάδα ετερογενών διατάξεων/διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ, με αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση/συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών και την υποβάθμιση/διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων. Η πλήρης επαναφορά επετεύχθη κατόπιν επανασυγχρονισμού/επανεκκινήσεων που ακολούθησαν την επαναδρομολόγηση κίνησης στο δίκτυο κορμού.

Σημειώνεται, μεταξύ άλλων, πως για λόγους Ασφάλειας Πτήσεων, επιβλήθηκε πλήρης περιορισμός χωρητικότητας (zero rate) και εφαρμόστηκαν διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Η επαναφορά των παρεχόμενων Υπηρεσιών ήταν σταδιακή, ενώ η πλήρης αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε στις 16:53 τοπική ώρα, μετά από εκούσια ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου.

Με βάση τις Αναφορές στην πλατφόρμα ECCAIRS και την αξιολόγηση της ΑΠΑ, το Περιστατικό κατατάχθηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης (Green Area), χωρίς αναφορά παραβίασης ελαχίστων διαχωρισμών. Επιπλέον, δεν προέκυψαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης ή εξωγενούς κακόβουλης παρεμβολής.

Στο κεφάλαιο, δε, που αφορά στα ζητήματα Αεροπορικής Ασφάλειας αναφέρεται πως δεν διαπιστώθηκε ζήτημα αεροπορικής ασφάλειας υπό την έννοια της έκθεσης αεροσκαφών σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο.

Στο πόρισμά της, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής (VCS – Voice Communication System) της ΥΠΑ και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή της, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία (SDH – Synchronous Digital Hierarchy) που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας.

Οι εισηγήσεις των ειδικών

Στο πόρισμά της, η Ειδική Επιτροπή καταλήγει στις εξής εισηγήσεις:

- επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP (Voice over IP), με την ολοκλήρωση των διαδικασιών προμήθειας – εγκατάστασης και θέσης σε επιχειρησιακή λειτουργία του νέου VCS/RCS (Voice Communication System / Radio Communication System) και των 495 νέων πομποδεκτών,
- θεσμοθέτηση σταθερού κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσεων με δοκιμές/εκπαίδευση υπό εποπτεία ΑΠΑ,
- ενίσχυση με τηλεμετρία/τηλεχειρισμό και δυνατότητα εκτέλεσης από άκρο σε άκρο διαγνωστικών ελέγχων στα κομβικά σημεία,
- ενίσχυση εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ για έγκαιρο εντοπισμό παρεμβολών/ανωμαλιών, καθώς και
- μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση συστημικών επιχειρησιακών κινδύνων και εξαρτήσεων με στόχο να διασφαλισθεί η αδιάλειπτη και ασφαλής παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας.