Την αποστροφή του για το κλίμα τοξικότητας που καλλιεργεί συστηματικά η αντιπολίτευση εξέφρασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Υπουργικό Συμβούλιο, από το οποίο πέρασε μια σειρά από σημαντικές παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες της κυβέρνησης μεταξύ των οποίων και η παραίτηση του Δημοσίου από ένδικα μέσα για τις αποζημιώσεις στους συγγενείς θυμάτων και σε επιζώντες του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών, όπως είχε προαναγγείλει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Ο πρωθυπουργός τόνισε πως σε συνθήκες που καθιστούν την ασφάλεια και την ομαλότητα εθνική προτεραιότητα, το τελευταίο που χρειάζεται η χώρα είναι να παρασυρθούμε σε έναν βούρκο και αντί για πολιτική αντιπαράθεση να επικρατεί η λάσπη και κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι διολισθαίνει σε ακραία συνθήματα και σε μια απεχθή ρητορική, η οποία είναι μάλλον, όπως είπε, δανεισμένη από τον υπόκοσμο του Διαδικτύου και δεν τιμά τα κοινοβουλευτικά κόμματα.
«Αφήνω στην άκρη αυτά τα οποία έχω ακούσει προσωπικά, πόσες φορές με έχουν αποκαλέσει “δολοφόνο” και “μειοδότη”, θα σταθώ όμως σε αυτά τα οποία λένε για την παράταξή μας και το κόμμα μας, το οποίο παρουσιάζεται ως “μαφία”, “συμμορία”, “εγκληματική οργάνωση” και όλα τα σχετικά», ανέφερε ο κ. Μητσοτάκης κάνοντας λόγο για κατήφορο, ο οποίος σπέρνει δηλητήριο και μίσος σε ολόκληρη την κοινωνία. «Εμείς έχουμε χρέος αυτόν τον κατήφορο να τον σταματήσουμε. Και, δυστυχώς, θα πω και πάλι, ακόμη και “θεσμικά” κόμματα, με μεγάλη, θα έλεγα, ορμή, μπαίνουν σε αυτόν τον χορό της τοξικότητας. Θα το ξαναπώ, είναι ανεύθυνο, είναι λυπηρό», συνέχισε φωτογραφίζοντας, χωρίς να το κατονομάσει, το ΠΑΣΟΚ.
«Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε αυτή τη διαδρομή», διαβεβαίωσε, ενώ παράλληλα έδωσε για δεύτερη συνεχή ημέρα και απάντηση στην κριτική που καταγράφηκε εντός κυβερνώντος κόμματος για το επιτελικό κράτος και τον ρόλο των βουλευτών.
«Το επιτελικό κράτος αφορά εμάς, αφορά την εκτελεστική εξουσία, όχι τη νομοθετική εξουσία. Αλλες οι υποχρεώσεις της κυβέρνησης, άλλες οι υποχρεώσεις της Βουλής. Αυτά είναι καθορισμένα με απόλυτη σαφήνεια από το σύνταγμα», διαμήνυσε. Η ισχυρή Ελλάδα Ο πρωθυπουργός σημείωσε επίσης ότι το Υπουργικό Συμβούλιο συνεδριάζει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητες που δεν επιτρέπουν ασφαλείς προβλέψεις, με την Ελλάδα ωστόσο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες να παραμένει πόλος σιγουριάς και προόδου. Επ’ αυτού αναφέρθηκε στην επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν αλλά και στη χθεσινή συνάντησή του με τον εμίρη του Κατάρ, κατά την οποία επιβεβαιώθηκε πως η χώρα μας αναγνωρίζεται ως σταθερή γέφυρα μεταξύ της ΕΕ και των χωρών του Κόλπου, αλλά και ως ένας δυναμικός εταίρος τους. «Είναι κάτι που έχει πολύ σημαντικό γεωπολιτικό αποτύπωμα, αλλά προφανώς έχει και μεγάλη οικονομική σημασία, καθώς το Κατάρ είναι σημαντικός επενδυτής στην πατρίδα μας και εκτιμώ ότι θα αυξήσει σημαντικά το αποτύπωμά του, το επενδυτικό, στην Ελλάδα», υπογράμμισε ο κ. Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε αναλυτικά στις θετικές εξελίξεις από την πορεία της οικονομίας. Στο γεγονός δηλαδή ότι είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα που επέτρεψε στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε μέτρα στήριξης της κοινωνίας ύψους 500 εκατ. ευρώ, την ίδια στιγμή που στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι κυβερνήσεις προχωρούν σε περικοπές.
Αναφέρθηκε, επίσης, στην ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους με τον πιο γρήγορο ρυθμό από οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη οικονομία τα τελευταία 40 χρόνια. «Το δημόσιο χρέος αποτέλεσε έναν βραχνά για την πατρίδα μας εδώ και 40 χρόνια. Ήταν ουσιαστικά και η γενεσιουργός αιτία της μεγάλης οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας. Και το γεγονός πια ότι αυτή η κυβέρνηση μπορεί ταυτόχρονα να επιτυγχάνει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, πλεόνασμα το οποίο επιστρέφεται στους πολίτες, να μειώνει την ανεργία, να προσελκύει επενδύσεις και να αποκλιμακώνει το χρέος, άρα να τροφοδοτούμε την ανάπτυξη οργανικά και όχι με δανεικά, είναι μια μεγάλη επιτυχία της οικονομικής μας πολιτικής συνολικά αυτά τα επτά χρόνια», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος εκτίμησε ότι στο τέλος του χρόνου η Ελλάδα δεν θα είναι πια η χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ.