Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε κάποτε το κεντρικό πρόσωπο της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Πρωθυπουργός, αρχηγός ενός κόμματος εξουσίας, βασικός συνομιλητής ηγετών, εκφραστής –έστω και πρόσκαιρα– μιας κοινωνικής δυναμικής. Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή έχει ξεθωριάσει επικίνδυνα. Όχι επειδή η πολιτική είναι άδικη, αλλά επειδή ο ίδιος φαίνεται να εργάζεται συστηματικά για την αποδόμηση του πολιτικού του ρόλου.

Ο Α. Τσίπρας θα ήθελε να παρουσιάζεται ως ο φυσικός και μοναδικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ωστόσο, η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Ο σημερινός πρωθυπουργός κυβερνά χωρίς να αισθάνεται πολιτική πίεση από τον πρώην. Και αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό δεδομένο: ο Τσίπρας δεν αποτελεί απειλή, ούτε καν σοβαρό σημείο αναφοράς για την εξουσία. Δεν είναι αντίπαλος της εξουσίας· είναι σχολιαστής της.

Αντί να διατηρήσει το κύρος που συνεπάγεται ο τίτλος του πρώην πρωθυπουργού, επέλεξε τη συνεχή, άτακτη παρουσία στον δημόσιο διάλογο. Και αυτή η παρουσία τον έχει οδηγήσει σε έναν πολιτικό χώρο που δεν αντανακλά ούτε την εμπειρία του ούτε το παρελθόν του. Σήμερα, ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται να συνυπάρχει πολιτικά με πρόσωπα και κόμματα που δεν παίζουν –και δεν μπορούν να παίξουν– πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η Μαρία Καρυστιανού  εκφράζει έναν «ηθικό» και συναισθηματικά φορτισμένο λόγο, η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει επενδύσει ολόκληρη την πολιτική της ύπαρξη στην καταγγελία χωρίς καμία πρόταση εξουσίας, ο Κυριάκος Βελόπουλος εκπροσωπεί έναν ακραίο λαϊκισμό και ο Νίκος Ανδρουλάκης παλεύει να αποδείξει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει αποδεχτεί οριστικά τον ρόλο του κόμματος δεύτερης κατηγορίας.

Οι πολιτικοί παρατηρητές αναφέρουν συχνά ότι το γεγονός πως ο Α. Τσίπρας εμφανίζεται στον ίδιο πολιτικό ορίζοντα με τους παραπάνω δεν είναι συγκυριακό. Είναι αποτέλεσμα επιλογής. Και είναι βαθιά προβληματικό. Ένας πρώην πρωθυπουργός που κάποτε διαπραγματευόταν για τη θέση της χώρας στην Ευρώπη, σήμερα φαίνεται να ανταγωνίζεται κόμματα διαμαρτυρίας για μια θέση στην εφήμερη επικαιρότητα. Αυτό δεν λέγεται πολιτική στρατηγική. Λέγεται πολιτική συρρίκνωση.

Οι πολιτικοί παρατηρητές μιλούν ανοιχτά για κατανάλωση πολιτικού κεφαλαίου. Και δεν έχουν άδικο. Ο Τσίπρας δεν χάνει πολιτική ισχύ επειδή επιτίθεται στην κυβέρνηση. Τη χάνει επειδή το κάνει χωρίς αφήγημα, χωρίς σχέδιο και χωρίς σαφή στόχο επιστροφής στην εξουσία. Κάθε του παρέμβαση μοιάζει αποκομμένη από μια συνολική στρατηγική, σαν να απευθύνεται σε ένα κοινό που δεν υπάρχει πια.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, κατά συνέπεια, δεν είναι οι αντίπαλοί του. Είναι ο εαυτός του. Ο Τσίπρας συγκρίνεται πλέον όχι με τον Μητσοτάκη, αλλά με τον Τσίπρα του 2015 και του 2019. Και σε αυτήν τη σύγκριση χάνει κατά κράτος. Από πολιτικός που υποσχόταν ρήξεις, κατέληξε σε συμβιβασμούς. Από ηγέτης της πρώτης φοράς Αριστερά, άφησε πίσω του ένα κόμμα διαλυμένο και έναν χώρο χωρίς ταυτότητα.

Αντί να επιλέξει τη σιωπή και την αναμονή, να αφήσει τον χρόνο να λειτουργήσει υπέρ του, δείχνει να φοβάται την πολιτική αφάνεια. Και αυτός ο φόβος τον οδηγεί σε κινήσεις που αποδυναμώνουν το αποτύπωμά του. Η πολιτική, όμως, δεν επιβραβεύει όσους απλώς είναι παρόντες. Επιβραβεύει όσους ξέρουν πότε να μιλήσουν και πότε να αποσυρθούν.

Πάντως, παρά τη δύσκολη φάση πολιτικού επαναλανσαρίσματος στην οποία βρίσκεται, ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει αποφασισμένος να συνεχίσει να κινείται, αποφεύγοντας βεβιασμένες ενέργειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν το εγχείρημά του. Το πολιτικό περιβάλλον παραμένει ρευστό, με τον λεγόμενο προοδευτικό χώρο να αναζητεί ακόμη σαφή κατεύθυνση, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για πρωτοβουλίες αλλά και για εσωτερικές αντιπαραθέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Α. Τσίπρας αναμένει με ενδιαφέρον τα συμπεράσματα της επιτροπής των «αριστερών σοφών» του ινστιτούτου του, που φιλοδοξεί να χαρτογραφήσει τις προγραμματικές και ιδεολογικές βάσεις μιας νέας προοδευτικής πρότασης. Τα πορίσματα της επιτροπής εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν ως πολιτικό βαρόμετρο τόσο για τις διαθέσεις της βάσης όσο και για τις πιθανότητες συγκρότησης ενός νέου φορέα με προοπτική και συνοχή.

Σύμφωνα με συνεργάτες του, μόνο αφού αξιολογηθούν τα συμπεράσματα αυτά θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, μέσα στον Μάιο να προχωρήσει στο επόμενο βήμα: την ανακοίνωση ενός νέου κόμματος, με ανανεωμένο αφήγημα και έμφαση σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατικών θεσμών και σύγχρονων προκλήσεων όπως η κλιματική κρίση και οι ανισότητες.

Μέχρι τότε, ο πρώην πρωθυπουργός θα συνεχίσει τις παρουσιάσεις του βιβλίου του σε διάφορες πόλεις της χώρας. Οι εκδηλώσεις αυτές λειτουργούν διττά: αφενός ως ευκαιρία πολιτικού διαλόγου με πολίτες και στελέχη, αφετέρου ως άτυπη περιοδεία επανασύνδεσης με ένα ακροατήριο που παραμένει προβληματισμένο.

Η ιστορία της ελληνικής πολιτικής είναι αμείλικτη με όσους δεν κατάλαβαν πότε τελείωσε ο κύκλος τους. Ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται ακριβώς σε ένα τέτοιο σημείο καμπής. Αν συνεχίσει να ανταγωνίζεται πολιτικά τη Ζωή Κωνσταντοπούλου ή τον Κυριάκο Βελόπουλο, τότε έχει ήδη αποδεχτεί έναν ρόλο πολύ μικρότερο από εκείνον που κάποτε κατείχε.

Άλλωστε στην πολιτική το μέγεθος του ηγέτη καθορίζεται και από το επίπεδο των αντιπάλων του. Και μέχρι στιγμής, ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει να επιλέγει αντιπάλους που δεν τον ανεβάζουν, αλλά τον τραβούν προς τα κάτω. Όχι επειδή είναι ισχυροί, αλλά επειδή ο ίδιος έχει πάψει να συμπεριφέρεται ως πρώην πρωθυπουργός. Θυμίζει αυτό που λένε στο ποδόσφαιρο τις ομάδες της Β΄ Εθνικής.

Και αυτό, τελικά, είναι η πιο σκληρή αποδόμηση απ’ όλες.