Την ώρα που τα αμερικανικά χρηματιστήρια, αλλά και η πλειοψηφία των διεθνών χρηματαγορών βυθίζονται μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για σαρωτικούς δασμούς σε 180 χώρες ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι μετά την πρώτη σπασμωδική αντίδραση θα έρθει η ανάπτυξη και η οικονομία των ΗΠΑ θα κάνει το… μεγάλο άλμα. Απομένει να φανεί αν αυτό το άλμα θα είναι τελικά μια… βουτιά στο κενό και το μοναδικό μη αμφισβητούμενο επίτευγμα Τραμπ, με τη διακήρυξη οικονομικής ανεξαρτησίας, θα είναι η ισχυροποίηση της κινεζικής Οικονομίας.
Ο εναγκαλισμός του προστατευτισμού του 19ου αιώνα που ασπάζεται ο Αμερικανός πρόεδρος κλείνει την πόρτα στον υπόλοιπο κόσμο και είναι ορατό το ενδεχόμενο ο υπόλοιπος κόσμος να πληρώσει το κόστος, αλλά και να αναγκαστεί να επαναδιαμορφώσει μια νέα παγκόσμια εμπορική τάξη.
Η οικονομική επίθεση Τραμπ δρομολογεί και γεωπολιτικές αλλαγές, καθώς πολλές χώρες ήδη διερευνούν νέες διμερείς εμπορικές συμφωνίες ή εξετάζουν πώς να επεκτείνουν υπάρχουσες περιφερειακές εμπορικές συμμαχίες. Στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, επιδιώκουν να ενισχύσουν τους εμπορικούς δεσμούς με την Κίνα και μιλούν για επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων για την τριμερή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου τους. Τα μέλη της Ένωσης Εθνών της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Ολοκληρωμένης και Προοδευτικής Συμφωνίας για την Εταιρική Σχέση του ΥπερΕιρηνικού προσπαθούν να ενισχύσουν περαιτέρω και ταχύτερα τους δεσμούς τους.
Η αυτοαποκαλούμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης» του Τραμπ είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει ένα σοβαρό οικονομικό σοκ, ενώ είναι πιθανό να προκαλέσει και μια παγκόσμια ύφεση.
Αναλυτές της JPMorgan αύξησαν την αξιολόγηση κινδύνου για μια παγκόσμια ύφεση στο 60% –από προηγούμενη πρόβλεψη 40%– προειδοποιώντας τους πελάτες τους ότι ο αντίκτυπος θα μπορούσε να διογκωθεί από «αντίποινα και διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας». Τα αντίποινα, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέα αντίμετρα από τον Τραμπ, προκαλώντας μία αλληλουχία επιδείνωσης της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης.
Θα εφαρμοστεί η πολιτική των δασμών ή ο Τραμπ θα…μείνει στην ανακοίνωση;
Για πολλούς η ανακοίνωση δασμών είναι απλά και μόνο ένα διαπραγματευτικό χαρτί του Ντόναλντ Τραμπ, με σκοπό την κατάργηση συμφωνιών που είναι επιζήμιες για τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον Έρικ Τραμπ, ο πρώτος που θα διαπραγματευτεί μια εμπορική συμφωνία με τον πατέρα του θα κερδίσει, ενώ ο τελευταίος θα χάσει απολύτως. «Έχω δει αυτήν την ταινία όλη μου τη ζωή», ανάρτησε ο γιος του Αμερικανού προέδρου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ανοιχτός σε εμπορικές διαπραγματεύσεις, δηλώνοντας έτοιμος για συνομιλίες με άλλες χώρες, αν έχουν να προσφέρουν κάτι σημαντικό.
Σε… ρόλο σκληρού μπάτσου, οι σύμβουλοι του Λευκού Οίκου υποστηρίζουν ότι οι δρακόντειοι δασμοί δεν αποτελούν διαπραγματευτική τακτική. Ο Πίτερ Ναβάρο, για παράδειγμα, δήλωσε στο CNBC ότι οι δασμοί δεν είναι υπό διαπραγμάτευση: «Πρόκειται για κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο», ενώ συνέδεσε την κίνηση επιβολής δασμών με τα εμπορικά ελλείμματα ως αποτέλεσμα της πρακτικής συγκεκριμένων εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, με μοναδικό στόχο να επωφεληθούν.
Στον Λευκό Οίκο, δεν εξετάζεται το αντεπιχείρημα ότι τα ελλείμματα είναι επίσης συνέπειες ενός υπερβολικά ισχυρού δολαρίου, των μη βιώσιμων κρατικών δαπανών και των ίδιων των Αμερικανών πολιτών που επιλέγουν να αποταμιεύουν, να επενδύουν λίγα και να ξοδεύουν πολλά.
Οι δασμοί, ωστόσο, δεν αναμένεται να αποδειχθούν αρκετοί ώστε να χρηματοδοτήσουν την τρέχουσα κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενώ είναι πολύ λιγότερο προβλέψιμοι από τους φόρους εισοδήματος.
Μία άλλη προσδοκία που καλλιεργεί ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι οι δασμοί θα μπορούσαν να δώσουν κίνητρο για την εκ νέου ενίσχυση της μεταποίησης. Όπως υποσχέθηκε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος «οι θέσεις εργασίας και τα εργοστάσια θα επιστρέψουν στις ΗΠΑ». Το 2017, ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποιούσε ότι οι προστατευτικές πολιτικές δεν θα έκαναν πολλά για να επαναφέρουν θέσεις εργασίας «λόγω των αυτοματισμών στην παραγωγή και των νέων τεχνολογικών αλλαγών».
Όποιες κι αν είναι οι άμεσες και οι έμμεσες αντιδράσεις οικονομικών φίλων και ανταγωνιστών των ΗΠΑ είναι σχεδόν δεδομένο, όπως αναφέρει το Politico, ότι έχουν ήδη αρχίσει να απεργάζονται σχέδια για μια διαφορετική παγκόσμια εμπορική τάξη.
Η ΕΕ απολαμβάνει συνολικό πλεόνασμα μόλις 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ή περίπου το 3% του ετήσιου διατλαντικού εμπορίου ύψους 1,7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Eίναι κυρίως εξαγωγέας αυτοκινήτων, φαρμακευτικών προϊόντων και τροφίμων στις ΗΠΑ, αλλά και βασικός εισαγωγέας υπηρεσιών.
Εφόσον οι Βρυξέλλες στοχεύσουν τις αμερικανικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών θα μπορούσαν να… βάλουν στο μάτι τράπεζες όπως η JP Morgan ή η Bank of America, αλλά και τεχνολογικούς κολοσσούς όπως η Big Tech, το κοινωνικό δίκτυο X του Μασκ, ο γίγαντας αναζήτησης Google ή η Amazon, η μεγαλύτερη διαδικτυακή εταιρεία λιανικής στον κόσμο.
Με μία τέτοια εξέλιξη, στην Κίνα μάλλον θα… τρίβουν τα χέρια τους.