Οι μέχρι τώρα υποσχέσεις Τσίπρα φανερώνουν την επανάληψη ενός μοτίβου που αψηφά τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας και μοναδικό στόχο έχει να χαϊδέψει αυτιά.

Η πολιτική σκηνή της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα γνώριμο, πλην όμως ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενο φαινόμενο. Οι πρώτες εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ, τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, δείχνουν –με απλά λόγια– ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που επιχειρεί να επιστρέψει με την ίδια συνταγή.

Δεν υπάρχει τίποτα που να οδηγεί σε μια πρόταση που κοιτάζει στο μέλλον με αυτοπεποίθηση, είναι απλώς μια επανάληψη ενός μοτίβου που η κοινωνία έχει ήδη κρίνει στην πράξη: την πολιτική της εύκολης υπόσχεσης που αψηφά τις δημοσιονομικές δυνατότητες. Χωρίς καμία μελέτη και καμία προετοιμασία, μόνο και μόνο για να χαϊδέψει αυτιά και να κερδίσει ψήφους.

Στο επίκεντρο της κριτικής που δέχεται ήδη το νέο κόμμα δεσπόζει η πολυσυζητημένη δέσμευση για την κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Η ρητορική του κ. Τσίπρα, που στοχοποιεί το «εφηβικό άγχος» και μετατρέπει το λύκειο σε «εξεταστικό προθάλαμο», είναι αδιαμφισβήτητα ελκυστική στους γονείς και τους μαθητές που πιέζονται από το τρέχον σύστημα.

Ωστόσο, πρόκειται για μια λαϊκιστική προσέγγιση που στερείται ρεαλισμού. Οι Πανελλαδικές, παρά τις δομικές τους ατέλειες, συνιστούν την τελευταία γραμμή άμυνας της αξιοκρατίας στη χώρα μας. Εγγυώνται το αδιάβλητο και προσφέρουν σε κάθε παιδί, ανεξαρτήτως οικονομικής επιφάνειας, την ίδια ευκαιρία εισαγωγής στα ανώτατα ιδρύματα.

Η κατάργησή τους, χωρίς την παρουσίαση ενός συγκεκριμένου, εναλλακτικού και αδιάβλητου μοντέλου εισαγωγής, ανοίγει την κερκόπορτα για την κυριαρχία της υποκειμενικότητας, των διακρίσεων και της ευνοιοκρατίας, επιβαρύνοντας τελικά τις οικογένειες με το κόστος επιπλέον φροντιστηρίων και αδιαφανών εσωτερικών εξετάσεων ανά σχολή.

Ακατάσχετη παροχολογία

Παράλληλα, η οικονομική ατζέντα της ΕΛΑΣ εμφανίζει χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε άλλες, λιγότερο «ώριμες» πολιτικές περιόδους. Βασικά, τα στελέχη του Αλέξη κινούνται λες και η χώρα δεν χρεοκόπησε ποτέ και, το χειρότερο, ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί ξανά.

Οι υποσχέσεις για παροχή ελάχιστης εγγυημένης ποσότητας ηλεκτρικού ρεύματος σε σταθερή τιμή, για δωρεάν αστικές συγκοινωνίες και για έναν νέο δημόσιο φορέα διαχείρισης στεγαστικών δανείων αποτελούν ένα μείγμα παροχολογίας που αδυνατεί να σταθεί στο σύγχρονο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Σε μια οικονομία που αγωνίζεται να διατηρήσει την επενδυτική βαθμίδα και να τηρήσει τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωζώνης, οι οριζόντιες αυτές παροχές μοιάζουν με επικίνδυνες ατραπούς. Η ιστορία έχει διδάξει ότι «δωρεάν γεύματα» δεν υφίστανται και πως κάθε «παροχή χωρίς αντίκρισμα» οδηγεί αναπόφευκτα σε νέα, δυσβάσταχτα φορολογικά βάρη, περιορίζοντας τις δυνατότητες για πραγματική ανάπτυξη και κοινωνική πρόνοια που θα στοχεύει τους πραγματικά αδύναμους.

Η πρόσφατη παρουσίαση του Σχεδίου Εθνικής Ανάτασης προσπαθεί να προσδώσει μια εικόνα σοβαρότητας και τεχνοκρατικής επάρκειας. Πλην όμως, η προσπάθεια της ΕΛΑΣ να γεφυρώσει τη σοσιαλδημοκρατία με τη ριζοσπαστική Αριστερά φαντάζει περισσότερο ως μια επικοινωνιακή άσκηση παρά ως μια συνεκτική πολιτική πρόταση.

Η πολιτική ιστορία του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί βαρύ φορτίο που δεν μπορεί να διαγραφεί με έναν νέο τίτλο φορέα. Η ελληνική κοινωνία, έχοντας πλέον την εμπειρία της διακυβέρνησης της περιόδου 2015-2019, διαθέτει τα αντανακλαστικά να διακρίνει το ουσιαστικό περιεχόμενο από τη βιτρίνα.

Γιατί η χώρα έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης, όχι μέσω της επιστροφής σε μοντέλα που απέτυχαν παταγωδώς. Η Παιδεία και η Οικονομία απαιτούν στιβαρές, κοστολογημένες στρατηγικές και όχι συνθήματα που καταρρέουν μπροστά στην πρώτη σοβαρή πρόκληση της πραγματικότητας.

Οι δημοσκοπικές επιδόσεις της ΕΛΑΣ έχουν ήδη αρχίσει να δείχνουν σημάδια κόπωσης και να αποτυπώνουν την αδυναμία του νέου φορέα να τραβήξει πάνω του βλέμματα ενδιαφέροντος. Πριν από μερικές μέρες ο Αλέξης Τσίπρας κόμπαζε ότι έγινε αξιωματική αντιπολίτευση. Αλλά τα μεγάλα ποσοστά περιορίζονται πλέον στο μισό των επιδόσεων της ΝΔ. Και με double score στο κεφάλι, δεν είναι λογικό να χτίζει κανείς παλάτια στην άμμο.

Κάτι λένε οι δημοσκοπήσεις

Επειδή ο «Κόκκινος Γάτος» θέλει να βλέπει ντέρμπι, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις δημοσκοπήσεις. Στο 16% ο Αλέξης, στο 10% ο Νίκος. Στο 17% ο Αλέξης, στο 11% ο Νίκος. Αν συνεχίσει να πέφτει η ΕΛΑΣ, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να το παλέψει για τη δεύτερη θέση.

Τουλάχιστον αυτό θέλουν να πιστεύουν στο περιβάλλον του Νίκου Ανδρουλάκη, καθώς –παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα που ακολούθησε τις ανακοινώσεις του Αλέξη Τσίπρα στο Θησείο– το νέο κόμμα έχασε γρήγορα το «2» μπροστά από τα ποσοστά του.

Για την ώρα, βέβαια, δείχνει να έχει απόσταση ασφαλείας από τη Χαριλάου Τρικούπη, γεγονός στο οποίο βοηθά και η ανυπαρξία του ΣΥΡΙΖΑ που είναι σε φάση απόλυτης εσωστρέφειας.

Τι δεν μας λέει ο Αλέξης

Οι μέρες περνούν, γίνονται εβδομάδες, γίνονται μήνες, οι εκδηλώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ξεκίνησαν και οι περιοδείες. Αλλά ακόμα ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει απαντήσει στο ερώτημα πώς χρηματοδοτείται η ΕΛΑΣ. Αν κάποιος ποντάρει στην ηθική και τη διαφάνεια, θα πρέπει πρώτος να δίνει το παράδειγμα. Αυτό λέει η λογική.

Και αν ο πρώην πρωθυπουργός πιστεύει ότι θα υπεκφεύγει για πάντα, ένα έχει να του πει ο «Κόκκινος Γάτος»: ας ρίξει μια ματιά στο προηγούμενο σχόλιο. Όλα τα βλέπουν οι πολίτες!

Αφόρητος λαϊκισμός

«Είμαστε στα μέσα του καλοκαιριού. Η πλειοψηφία των Ελλήνων –αποδεδειγμένα– αδυνατεί να πάει διακοπές». Η δήλωση στα εισαγωγικά ανήκει στον Αντώνη Σαουλίδη του ΠΑΣΟΚ, συγγνώμη λάθος (σ.σ.: η δύναμη της συνήθειας, βλέπετε, πρόσφατα άλλαξε κομματική στέγη), της ΕΛΑΣ.

Σε κάθε περίπτωση, η ουσία είναι ότι ο «Γάτος» μας έχει φάει τις περισσότερες από τις επτά ζωές του και ακόμα τα ίδια και τα ίδια από κάθε αντιπολίτευση. Τα πρόσωπα αλλάζουν, οι ατάκες μένουν. Το γεγονός, όμως, ότι νέοι άνθρωποι υιοθετούν κλισέ που όλοι ξέρουν πού έχουν οδηγήσει είναι σίγουρα απογοητευτικό. Και μετά θα τους φταίνε τα συμφέροντα.