Με ελαφρύνσεις περίπου 2 δισ. ευρώ προσέρχεται στη ΔΕΘ η κυβέρνηση, ενώ στο επίκεντρο μπαίνει η διαμόρφωση ενός νέου φορολογικού χάρτη έως το 2030.
Στο επίκεντρο των φετινών ανακοινώσεων της κυβέρνησης στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης τοποθετούνται οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με ένα πακέτο παρεμβάσεων που φιλοδοξεί να προσφέρει ουσιαστικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση της ρευστότητας και μεγαλύτερη φορολογική ασφάλεια.
Με το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των εξαγγελιών για το 2027 να διαμορφώνεται από 1,8 έως 2 δισεκατομμύρια ευρώ –αυξημένο από τα 1,7 δισ. ευρώ της προηγούμενης χρονιάς– η αγορά προσβλέπει, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, στη διαμόρφωση ενός νέου φορολογικού χάρτη με βάθος τετραετίας.
Λόγω υπεραπόδοσης
Η δημοσιονομική αυτή ευχέρεια προκύπτει κατά 1,4 δισ. ευρώ από την υπεραπόδοση της οικονομίας, ενώ επιπλέον 400 εκατ. ευρώ απελευθερώνονται μέσω της ενεργοποίησης της ειδικής «ρήτρας διαφυγής» για τις δαπάνες της ενέργειας.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, η φετινή ΔΕΘ φέρνει έντονες προσδοκίες για διορθώσεις σε μέτρα που προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις στο πρόσφατο παρελθόν.
Το κεντρικό κυβερνητικό αφήγημα συμπυκνώνεται στη θέση ότι η μάχη κατά της φοροδιαφυγής έχει αποδώσει καρπούς, με το «κενό» ΦΠΑ να υποχωρεί κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που επιτρέπει την επιστροφή μέρους αυτών των εσόδων στους φορολογικά συνεπείς.
Στην κορυφή βρίσκονται οι διορθώσεις στον τρόπο υπολογισμού των τεκμηρίων διαβίωσης και της τεκμαρτής φορολόγησης, που προγραμματίζονται να τεθούν σε εφαρμογή το 2027, χωρίς το σύστημα να καταργείται πλήρως, καθώς κρίνεται αποτρέπει δηλώσεις εικονικών εισοδημάτων «πείνας» και καταχρηστική λήψη επιδομάτων.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες αναμένουν μείωση του τεκμαρτού φόρου για όσες ατομικές επιχειρήσεις επιδεικνύουν απόλυτη φορολογική συμμόρφωση, διαβιβάζοντας όλα τα στοιχεία τους μέσω του myDATA, των διασυνδεδεμένων POS και των ψηφιακών δελτίων διακίνησης.
Παράλληλα, εξαλείφονται παραλογισμοί του υφιστάμενου συστήματος, όπως η «τιμωρία» με επιπλέον φόρο όσων εμφανίζουν τζίρο υψηλότερο από τον μέσο όρο του κλάδου τους ή όσων αμείβουν ικανοποιητικά το προσωπικό τους.
Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντική ανάσα καθημερινής ρευστότητας αναμένεται να προσφέρει η μείωση της προκαταβολής φόρου. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τα φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα εξετάζεται η υποχώρηση του συντελεστή από το 55% στο 50% ή και σε χαμηλότερα επίπεδα, αποδεσμεύοντας κεφάλαια που μέχρι τώρα παρέμεναν δεσμευμένα εκ των προτέρων.
Το πακέτο της ΔΕΘ θα περιλαμβάνει σημαντικές ελαφρύνσεις για το σύνολο του επιχειρηματικού ιστού της χώρας. Στους επικρατέστερους σχεδιασμούς για τα νομικά πρόσωπα περιλαμβάνεται η οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, το οποίο σήμερα επιβαρύνει τις εταιρείες με 400 έως 1.000 ευρώ ετησίως συν 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα, απαλλάσσοντας την αγορά από ένα χαράτσι της μνημονιακής περιόδου.
Παράλληλα, για τις επιχειρήσεις προωθείται μείωση της προκαταβολής φόρου από το 80% στο 55%-60%, με προοπτική περαιτέρω υποχώρησης εντός της τετραετίας.
Στο πεδίο των επενδύσεων και της ανάπτυξης, η κυβέρνηση εξετάζει τη διεύρυνση του χρονικού ορίου μεταφοράς φορολογικών ζημιών προς απόσβεση στη δεκαετία, αντί για την πενταετία που ισχύει σήμερα, διευκολύνοντας έτσι τις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε δαπανηρές αγορές μηχανολογικού εξοπλισμού.
Χαμηλότοκα δάνεια
Για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών των μικρομεσαίων, προγραμματίζεται η παροχή προνομιακών χαμηλότοκων δανείων ύψους έως 5 δισ. ευρώ μέσω της Ελληνικής Τράπεζας Επενδύσεων, διασφαλίζοντας ρευστότητα ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Τέλος, το πακέτο συμπληρώνεται με τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους μέσω της «κλειδωμένης» περαιτέρω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 μονάδες, με παράλληλη προσπάθεια για επιπλέον μείωση 1 μονάδας εφόσον το επιτρέψει ο δημοσιονομικός χώρος.
Παράλληλα, στο τραπέζι παραμένει η σταδιακή υποχώρηση του συντελεστή φορολογίας των εταιρειών από το 22% στο 20%, διαμορφώνοντας ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον για την ελληνική οικονομία μέχρι το 2030.