Περίπου 400 εκατ. ευρώ τον χρόνο χάνει η αγορά καυσίμων από ελλειμματικές παραδόσεις και παραβατικές πρακτικές.
Παρά την τεχνολογική πρόοδο, τα συστήματα εισροών εκροών, τις συνεχείς διασταυρώσεις στοιχείων και τους ελέγχους των τελευταίων ετών, η αγορά καυσίμων εξακολουθεί να κρύβει μια «μαύρη τρύπα» εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία της νέας μελέτης του Εργαστηρίου Καυσίμων και Λιπαντικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος, οι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν περίπου 400 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο για καύσιμο που δεν φτάνει ποτέ στο ρεζερβουάρ τους.
Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί ουσιαστικά σε «μαύρο χρήμα» το οποίο διακινείται στην αγορά μέσα από ελλειμματικές παραδόσεις και παραβατικές πρακτικές. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακό από τα ίδια τα στοιχεία.
Η έρευνα δεν πραγματοποιήθηκε από κάποιον κρατικό φορέα που θέλει να αναδείξει το πρόβλημα, ούτε από μια οργάνωση καταναλωτών. Τη μελέτη χρηματοδότησε ο ίδιος ο ΣΕΕΠΕ, δηλαδή οι εταιρείες εμπορίας που προμηθεύουν καθημερινά με καύσιμα τα πρατήρια. Με άλλα λόγια, οι ίδιες οι εταιρείες που πουλούν το προϊόν στους πρατηριούχους επισημαίνουν ότι σημαντικό μέρος της αγοράς συνεχίζει να λειτουργεί εις βάρος των οδηγών και ζητά αυστηρότερους ελέγχους.
Σημάδια προόδου, αλλά...
Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει πρόοδος, αλλά απέχουμε πολύ από το να μιλάμε για εξυγίανση. Στην Αττική, το ποσοστό των παραβατικών πρατηρίων υποχώρησε από το 33,1% το 2025 στο 23,1% το 2026. Αντίστοιχα, το ποσοστό των ελλειμματικών παραδόσεων μειώθηκε από 18,2% στο 15%. Η εικόνα είναι καλύτερη και στη Θεσσαλονίκη, όπου επίσης καταγράφεται υποχώρηση των παραβάσεων.
Ωστόσο, όταν σχεδόν ένα στα τέσσερα πρατήρια στην Αττική και περίπου ένα στα πέντε στη Θεσσαλονίκη εξακολουθούν να εμφανίζουν προβληματικές ενδείξεις, δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι το πρόβλημα έχει αντιμετωπιστεί.
Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι οι οδηγοί δεν έχουν κανέναν τρόπο να αντιληφθούν την απώλεια. Μερικά εκατοστά του λίτρου σε κάθε ανεφοδιασμό δεν γίνονται αντιληπτά. Οταν όμως αυτή η πρακτική επαναλαμβάνεται καθημερινά σε χιλιάδες συναλλαγές, δημιουργεί μια τεράστια οικονομική ζημιά που όπως είπαμε υπολογίζεται στα 400 εκατ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για χρήματα που βγαίνουν απευθείας από τις τσέπες των πολιτών και καταλήγουν σε μια παράνομη αγορά η οποία εξακολουθεί να επιβιώνει.
Η μελέτη του ΕΜΠ βασίστηκε σε εκατοντάδες μυστικές δειγματοληψίες και μετρήσεις σε πρατήρια της Αττικής και της Θεσσαλονίκης. Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι οι αποκλίσεις από τις προβλεπόμενες ποσότητες παραμένουν υπαρκτές, παρά την εφαρμογή των ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου. Αυτό αποδεικνύει ότι όσοι επιλέγουν να παρανομούν βρίσκουν συνεχώς νέους τρόπους να παρακάμπτουν τους μηχανισμούς εποπτείας.
Η ΑΑΔΕ έχει προχωρήσει το τελευταίο διάστημα σε σφραγίσεις δεκάδων πρατηρίων, ενώ αρκετές υποθέσεις έχουν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις αυτές, αν και αποτελεσματικές, δεν αρκούν από μόνες τους. Η αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλά ποσοστά παραβατικότητας, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται ακόμη πιο επιθετική στρατηγική ελέγχων, διαρκής επιτήρηση και αυστηρότερες κυρώσεις για όσους εξαπατούν τους καταναλωτές.
Αθέμιτος ανταγωνισμός
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την οικονομική απώλεια των οδηγών. Δημιουργεί και συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Τα νόμιμα πρατήρια που λειτουργούν με διαφάνεια βρίσκονται αντιμέτωπα με επιχειρήσεις που αυξάνουν παράνομα τα κέρδη τους μέσω της κλοπής καυσίμου. Ετσι, τιμωρούνται στην πράξη οι συνεπείς επαγγελματίες, ενώ όσοι παρανομούν αποκτούν αθέμιτο πλεονέκτημα στην αγορά.
Το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΣΕΕΠΕ παρουσιάζει αυτά τα στοιχεία στέλνει ένα σαφές μήνυμα. Οι εταιρείες εμπορίας θεωρούν ότι η παραβατικότητα στα πρατήρια πλήττει συνολικά την αγορά καυσίμων, υπονομεύει την αξιοπιστία του κλάδου και τελικά μειώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Δεν είναι τυχαίο ότι ζητούν τη συνέχιση των ελέγχων και τη διατήρηση της πίεσης προς όσους εξακολουθούν να λειτουργούν εκτός νομιμότητας.
Η πραγματικότητα είναι ότι, όσο η αγορά εξακολουθεί να χάνει περίπου 400 εκατ. ευρώ τον χρόνο από ελλειμματικές παραδόσεις, κανείς δεν μπορεί κανείς να μιλά για πρόβλημα περιορισμένης έκτασης, αφού πρόκειται για μια οργανωμένη μορφή οικονομικής απάτης. Μέχρι να εξαλειφθούν οι παραβατικές πρακτικές, κάθε γέμισμα του ρεζερβουάρ θα συνοδεύεται από το ίδιο ερώτημα: πόσα λίτρα πλήρωσε πραγματικά ο καταναλωτής και πόσα χάθηκαν στη διαδρομή από την αντλία μέχρι το αυτοκίνητο;