Η πραγματική κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν αφορά πλέον μόνο τους S-400 ή τα F-35.
Οι νέες αμερικανικές κυρώσεις σε πρόσωπα και εταιρείες που, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, συμμετείχαν σε δίκτυα χρηματοδότησης της Χαμάς με διασυνδέσεις στην Τουρκία δεν αποτελούν ακόμη μία τεχνική απόφαση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Αποτελούν ένα σαφές πολιτικό μήνυμα προς την Αγκυρα ότι, παρά τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης, η στρατηγική δυσπιστία της Ουάσιγκτον παραμένει ισχυρή. Και ίσως αναδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν είναι πλέον οι S-400, αλλά οι διαφορετικές αντιλήψεις των δύο συμμάχων για την ασφάλεια, την τρομοκρατία και τον ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή.
Το παρασκήνιο των κυρώσεων και οι F-35
Το τελευταίο διάστημα η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στις διαπραγματεύσεις για την άρση των κυρώσεων CAATSA, στην πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και στην αμερικανική έγκριση για την προμήθεια κινητήρων GE F110 που θα χρησιμοποιηθούν στο τουρκικό μαχητικό KAAN.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν ότι οι δύο χώρες επιχειρούν να αφήσουν πίσω τους μια περίοδο έντασης και να αποκαταστήσουν μια πιο λειτουργική στρατηγική σχέση.
Σχεδόν ταυτόχρονα, όμως, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε νέα δέσμη κυρώσεων σε πρόσωπα και εταιρείες, που, σύμφωνα με τα στοιχεία των αμερικανικών αρχών, συμμετείχαν σε οικονομικά δίκτυα υποστήριξης της Χαμάς, με μέρος της δραστηριότητάς τους να συνδέεται με την Τουρκία.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένη εξέλιξη. Τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ έχουν επανειλημμένα επιβάλει αντίστοιχα μέτρα, γεγονός που δείχνει ότι, κατά την αμερικανική εκτίμηση, το πρόβλημα δεν έχει εκλείψει.
Η στρατηγική αντίφαση των ΗΠΑ
Η χρονική σύμπτωση των δύο εξελίξεων μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι η Τουρκία παραμένει κρίσιμος γεωστρατηγικός παίκτης για το ΝΑΤΟ, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή.
Από την άλλη, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα επιλογές της τουρκικής ηγεσίας που θεωρούν ότι υπονομεύουν τη συνοχή της δυτικής στρατηγικής.
Δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές για τη Χαμάς
Η υπόθεση της Χαμάς είναι χαρακτηριστική. Για τις ΗΠΑ και την ΕΕ πρόκειται για τρομοκρατική οργάνωση και η χρηματοδότησή της αποτελεί ζήτημα διεθνούς ασφάλειας.
Για τον Ερντογάν, αντίθετα, η Χαμάς αποτελεί «κίνημα αντίστασης». Η θέση αυτή δεν διατυπώθηκε μετά την 7η Οκτωβρίου 2023. Αποτελεί σταθερό στοιχείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και πολλά χρόνια και εξηγεί γιατί η Αγκυρα διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την οργάνωση, παρά τις αντιδράσεις Δύσης και Ισραήλ.
Οι αντιδράσεις σε Ιερουσαλήμ και Άγκυρα
Στην Ιερουσαλήμ, οι τελευταίες αμερικανικές κυρώσεις αντιμετωπίστηκαν ως επιβεβαίωση πάγιων ανησυχιών. Αναλυτές του Institute for National Security Studies, αλλά και άλλων ισραηλινών think tanks, υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η οικονομική στήριξη αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της επιχειρησιακής ικανότητας της Χαμάς.
Κατά την εκτίμησή τους, η παρουσία οικονομικών και επιχειρηματικών δικτύων, που συνδέονται με στελέχη της οργάνωσης στην Τουρκία, δεν αποτελεί απλώς διμερές ζήτημα, αλλά παράγοντα ο οποίος επηρεάζει την ασφάλεια ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου.
Από την άλλη πλευρά, η τουρκική ανάγνωση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Μέσα ενημέρωσης που πρόσκεινται στο καθεστώς Ερντογάν, όπως η «Daily Sabah», αλλά και αναλυτές οι οποίοι βρίσκονται κοντά στην επίσημη γραμμή, απορρίπτουν τις κατηγορίες περί υποστήριξης τρομοκρατικών δικτύων και υποστηρίζουν ότι οι αμερικανικές κυρώσεις αποτελούν εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Όμως, ανεξάρτητοι τουρκικοί αναλυτές, μεταξύ των οποίων και στελέχη του EDAM, επισημαίνουν ότι ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη των αμερικανικών ισχυρισμών, το πραγματικό πρόβλημα είναι πως το έλλειμμα εμπιστοσύνης στις σχέσεις Αγκυρας-Ουάσιγκτον έχει αποκτήσει πλέον δομικά χαρακτηριστικά και δεν περιορίζεται σε μία μόνο διαφωνία.
Η διαφορά με την κρίση των S-400
Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί την παρούσα συγκυρία από την κρίση των S-400.
Η αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος δημιούργησε σοβαρά προβλήματα διαλειτουργικότητας στο ΝΑΤΟ και οδήγησε στις κυρώσεις CAATSA και στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.
Ωστόσο, ένα οπλικό σύστημα μπορεί θεωρητικά να αποσυρθεί, να μεταφερθεί ή να τεθεί εκτός επιχειρησιακής χρήσης. Η στρατηγική εμπιστοσύνη, αντίθετα, δεν αποκαθίσταται με μία τεχνική διευθέτηση.
Οι επιφυλάξεις στο Κογκρέσο
Δεν είναι τυχαίο ότι στο αμερικανικό Κογκρέσο εξακολουθούν να διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις για οποιαδήποτε περαιτέρω εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με την Τουρκία.
Για αρκετούς Αμερικανούς νομοθέτες το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους S-400. Αφορά συνολικά τη στάση της Αγκυρας απέναντι στη Χαμάς, τις σχέσεις της με τη Ρωσία και το Ιράν, αλλά και τον αναθεωρητικό της ρόλο στην Αν. Μεσόγειο. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι τελευταίες κυρώσεις δεν λειτουργούν αποκομμένα, αλλά ενισχύουν ένα ήδη επιβαρυμένο κλίμα δυσπιστίας.
Οι προεκτάσεις για την Ελλάδα
Η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις και για την Ελλάδα. Όσο η αξιοπιστία της Τουρκίας ως συμμάχου αμφισβητείται στην Ουάσιγκτον τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν για τις ΗΠΑ οι σταθερές συνεργασίες με χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ.
Δεν πρόκειται για πολιτική «αντικατάστασης» της Τουρκίας –κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο λόγω της γεωγραφικής της θέσης–, αλλά για μια προσπάθεια δημιουργίας ενός πιο ανθεκτικού πλέγματος συνεργασιών στην περιοχή, ικανού να περιορίσει τους κινδύνους που απορρέουν από τις… ταλαντώσεις του εκκρεμούς στην τουρκική πολιτική, που πηγαίνει από το ένα άκρο στο άλλο!
Η θεμελιώδης αντίφαση
Οι τελευταίες κυρώσεις, επομένως, αποκτούν σημασία πολύ μεγαλύτερη από την άμεση οικονομική τους διάσταση.
Υπενθυμίζουν ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μια θεμελιώδη αντίφαση: οι δύο χώρες χρειάζονται η μία την άλλη, αλλά δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να εμπιστευθούν η μία την άλλη.
Το τελικό συμπέρασμα
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα. Η πραγματική κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν αφορά πλέον μόνο τους S-400 ή τα F-35.
Αφορά το κατά πόσο οι δύο σύμμαχοι εξακολουθούν να συμμερίζονται την ίδια αντίληψη για την τρομοκρατία, τις περιφερειακές απειλές και τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η δυτική συμμαχία.
Όσο αυτό το έλλειμμα στρατηγικής εμπιστοσύνης παραμένει, καμία συμφωνία για εξοπλιστικά προγράμματα δεν θα είναι αρκετή για να αποκαταστήσει πλήρως τις σχέσεις Ουάσιγκτον και Αγκυρας. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική ανάγνωση των τελευταίων αμερικανικών κυρώσεων.