Η πολιτική, όταν ασκείται με στοιχειώδη αίσθηση ευθύνης, προϋποθέτει μια βασική αρετή: τη συγγνώμη.

Η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ (2015-2019) άφησε πίσω της ένα βαρύ πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Όχι μόνο λόγω των αντικειμενικών δυσκολιών της εποχής, αλλά κυρίως εξαιτίας επιλογών, παραλείψεων και χειρισμών που ποτέ δεν συνοδεύτηκαν από ουσιαστική αυτοκριτική.

Αντί συγγνώμης, η κοινωνία εισέπραξε μετατόπιση ευθυνών, ιδεολογική υπεροψία και μια μόνιμη επίκληση του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Μάτι

Η τραγωδία στο Μάτι, το καλοκαίρι του 2018, αποτέλεσε σημείο καμπής. Εκατόν τέσσερις νεκροί, καμένες ζωές, εικόνες χάους. Εκεί όπου η πολιτεία όφειλε να σκύψει το κεφάλι, η κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα επέλεξε την επικοινωνιακή διαχείριση. Το περιβόητο Συντονιστικό εκείνης της νύχτας, με υπουργούς να περνούν το μήνυμα ότι «όλα πάνε καλά», έγινε σύμβολο αποσύνδεσης της εξουσίας από την πραγματικότητα.

Ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός δεν ανέλαβε ποτέ προσωπικά την πολιτική ευθύνη. Δεν ειπώθηκε μια καθαρή, ανεπιφύλακτη συγγνώμη προς τις οικογένειες των θυμάτων. Η λέξη «αστοχία» αντικατέστησε την ευθύνη και η επίκληση των «διαχρονικών παθογενειών» λειτούργησε ως ασπίδα αποφυγής.

Novartis

Η υπόθεση Novartis παρουσιάστηκε ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους. Πολιτικοί αντίπαλοι στοχοποιήθηκαν, σπιλώθηκαν και οδηγήθηκαν σε δικαστικές περιπέτειες. Χρόνια αργότερα, όταν δικαιώθηκαν, η κατάρρευση του αφηγήματος άφησε πίσω της ένα τεράστιο ερώτημα: ποιος θα ζητήσει συγγνώμη;

Ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε το κόμμα του ανέλαβαν τότε την ευθύνη για την εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης. Αντιθέτως, η υπόθεση εξακολουθεί να παρουσιάζεται από ορισμένους στην Αριστερά ως «δικαίωση», παρά τις δικαστικές εξελίξεις που αποδόμησαν τον αρχικό ισχυρισμό. Για τη μεσαία τάξη και τους θεσμούς, το μήνυμα ήταν σαφές: η πολιτική σκοπιμότητα μπορεί να προηγείται της αλήθειας.

Συμφωνία των Πρεσπών

Η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε ίσως η πιο διχαστική πολιτική πράξη της διακυβέρνησης Τσίπρα. Ανεξάρτητα από τη διεθνή της διάσταση, στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό επιβλήθηκε χωρίς κοινωνική συναίνεση. Η κυβέρνηση αγνόησε μαζικές αντιδράσεις, χαρακτήρισε τους διαφωνούντες «εθνικιστές» και προχώρησε χωρίς ουσιαστικό διάλογο.

Ακόμη και σήμερα, δεν υπήρξε αναγνώριση ότι ο τρόπος επιβολής της συμφωνίας ήταν προβληματικός. Καμία συγγνώμη για τον διχασμό που προκάλεσε. Μόνο η επανάληψη του αφηγήματος περί «προοδευτικής τόλμης», χωρίς αυτοκριτική.
Αρκετοί αναμένουν να δουν πώς θα δικαιολογήσει τη συμφωνία ο πρώην πρωθυπουργός το Σάββατο, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του στη συμπρωτεύουσα.

Συνταξιούχοι

Οι συνταξιούχοι αποτέλεσαν έναν από τους πιο σκληρά δοκιμαζόμενους κοινωνικούς πυλώνες. Υποσχέσεις για αποκατάσταση αδικιών και 13η σύνταξη. Στην πράξη: περικοπές, καθυστερήσεις και η περιβόητη «προσωπική διαφορά».

Η συγγνώμη δεν ειπώθηκε ποτέ. Αντίθετα, όλα παρουσιάστηκαν ως «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις» λόγω του μνημονίου. Για ανθρώπους που είχαν ήδη υποστεί αλλεπάλληλα πλήγματα, η απουσία στοιχειώδους αναγνώρισης του λάθους λειτούργησε ως προσβολή.

Μεσαία τάξη

Αν υπάρχει μία κοινωνική ομάδα που απομακρύνθηκε οριστικά από τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, αυτή είναι η μεσαία τάξη. Υπερφορολόγηση, αυξημένες εισφορές, αίσθηση στοχοποίησης. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν αναγνώρισε ποτέ ότι η πολιτική του επιβάρυνε δυσανάλογα τους παραγωγικούς πολίτες.

Ακόμη και μετά την εκλογική ήττα, η ρητορική παρέμεινε αμυντική. Καμία συγγνώμη, καμία παραδοχή αποτυχίας. Μόνο η επίκληση της «αναδιανομής» και της «κοινωνικής δικαιοσύνης», χωρίς αναστοχασμό για το αποτέλεσμα.
Η ιστορία κρίνει όχι μόνο τις προθέσεις, αλλά και τις συνέπειες. Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η απουσία συγγνώμης δεν είναι λεπτομέρεια· είναι πολιτική στάση. Μια στάση που επιβεβαιώνει ότι για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας η ηγεσία του τότε ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να μετατρέψει την εξουσία σε ευθύνη.

Σε μια ώριμη δημοκρατία, η συγγνώμη δεν αποδυναμώνει τον πολιτικό· τον ενισχύει. Όταν όμως δεν χρησιμοποιηθεί ποτέ, γίνεται σύμβολο αποξένωσης από την κοινωνία.

Σε μια εποχή πολιτικής ρευστότητας και ανακατατάξεων, είναι γνωστό ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξετάζει σοβαρά το πολιτικό του επαναλανσάρισμα. Τα σενάρια για έναν νέο ρόλο, ακόμη και για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα πληθαίνουν. Ωστόσο, πέρα από τα οργανωτικά σχήματα, τα ονόματα και τα πρόσωπα, ένα παραμένει το καθοριστικό ερώτημα: μπορεί να υπάρξει πολιτικό μέλλον χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική για το παρελθόν;

Η πολιτική επιβίωση οποιουδήποτε προσώπου που επιχειρεί επιστροφή περνά αναπόφευκτα από την αποτίμηση των πράξεών του. Στην περίπτωση Τσίπρα η απουσία καθαρής αυτοκριτικής αποτελεί έως σήμερα βασικό εμπόδιο. Από τη διαχείριση κρίσιμων γεγονότων μέχρι την οικονομική πολιτική και τη σχέση με τη μεσαία τάξη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν άκουσαν ποτέ μια ειλικρινή παραδοχή λαθών.

Η αυτοκριτική δεν είναι πράξη αδυναμίας, αλλά πολιτικής ωριμότητας. Δεν αφορά μόνο το τι πήγε στραβά, αλλά και το γιατί. Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα κινδυνεύει να φαίνεται ως ανακύκλωση του παλιού.

Το πολιτικό μέλλον του πρώην πρωθυπουργού δεν θα κριθεί από το όνομα ενός νέου φορέα ή από σύγχρονες επικοινωνιακές στρατηγικές. Θα κριθεί από το αν τολμήσει να κοιτάξει το παρελθόν χωρίς ωραιοποιήσεις. Γιατί μόνο μέσα από την αυτοκριτική μπορεί να προκύψει αξιοπιστία. Και χωρίς αξιοπιστία, καμία επανεκκίνηση δεν έχει πραγματικό νόημα.

Τέλος, στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ ο Σωκράτης Φάμελλος θέλησε να διατηρήσει «ζωντανή» τη συζήτηση για τη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων μιλώντας στην κοινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και της Πολιτικής Γραμματείας του κόμματος.

Παράλληλα, ο πρόεδρος του κόμματος, μετά την επίδειξη πυγμής στην υπόθεση του Νίκου Φαραντούρη, επιδίωξε να κλείσει όλα τα εσωκομματικά μέτωπα, αλλά και να τραβήξει διαχωριστικές γραμμές με τη Μαρία Καρυστιανού και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.