Με μια νέα πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να αλλάξει τη συζήτηση για το μέλλον της
Ευρώπης επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο ο Μάριο Ντράγκι.
Ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ και πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, μαζί με τον συνιδρυτή και CEO της Stripe, Πάτρικ Κόλισον, συγκροτούν το Rhine Group. Πρόκειται για έναν νέο
ευρωπαϊκό κύκλο οικονομολόγων, επιχειρηματιών, τεχνολόγων και ακαδημαϊκών, ο
οποίος επιχειρεί να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις στο μεγάλο πρόβλημα της
ευρωπαϊκής οικονομίας: τη χαμηλή ανάπτυξη, την περιορισμένη παραγωγικότητα και
την τεχνολογική υστέρηση απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Αναμφισβήτητα η πρωτοβουλία έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την Ευρωπαϊκή
Ένωση. Η εικόνα που παρουσιάζει το Rhine Group στην ανάλυσή του είναι
ενδεικτική: στη λίστα με τις 50 μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες στον κόσμο
μόλις τέσσερις είναι ευρωπαϊκές, ενώ στους κλάδους που αναμένεται να καθορίσουν
την ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών – από την τεχνητή νοημοσύνη και το
λογισμικό μέχρι τη βιοτεχνολογία και τις αναδυόμενες επιστήμες – η Ευρώπη
κινδυνεύει να μετατραπεί από πρωταγωνιστής σε θεατή. Για κάποιους, έχει ήδη
μετατραπεί – ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Το ζήτημα επομένως για την Ευρώπη δεν αφορά μόνο το ποιος θα ηγηθεί της επόμενης
τεχνολογικής επανάστασης, αλλά και το ποιος θα διαθέτει τους πόρους για να
χρηματοδοτήσει το ευρωπαϊκό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο, διότι το πρόβλημα
της ανταγωνιστικότητας έχει πλέον άμεσες πολιτικές συνέπειες. Μια Ευρώπη με
χαμηλότερη ανάπτυξη και μικρότερη παραγωγικότητα έχει λιγότερο δημοσιονομικό
χώρο για να επενδύσει στην άμυνα, την ενέργεια, την υγεία, την παιδεία και την
πράσινη μετάβαση. Την ίδια ώρα, το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο
απαιτητικό, με τις ΗΠΑ και τη διοίκηση Τραμπ να ενισχύουν την προστατευτική
τους πολιτική και την Κίνα να διευρύνει διαρκώς το τεχνολογικό και βιομηχανικό
της αποτύπωμα.
Στο επίκεντρο της νέας πρωτοβουλίας βρίσκεται ουσιαστικά η περίφημη έκθεση Ντράγκι
για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, η οποία παρουσιάστηκε το 2024 και
αποτέλεσε ένα από τα πιο ολοκληρωμένα «καμπανάκια» κινδύνου για το ευρωπαϊκό
παραγωγικό μοντέλο. Για όσους δεν θυμούνται το ακριβές της περιεχόμενο, η
έκθεση κατέγραψε το επενδυτικό κενό, την ενεργειακή επιβάρυνση και την αδυναμία
της Ευρώπης να δημιουργήσει μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους, καθώς και την
κατακερματισμένη αγορά κεφαλαίων, καταθέτοντας περισσότερες από 170 προτάσεις. Τώρα,
το Rhine Group επιχειρεί να κάνει το δύσκολο επόμενο βήμα: να μετατρέψει τη
διάγνωση σε πολιτική και οικονομική ατζέντα. Να εφαρμοστούν δηλαδή όσα ο
Ντράγκι κατέγραψε στην έκθεσή του.
Η σύνθεση της ομάδας δεν είναι τυχαία. Στο ίδιο τραπέζι βρίσκονται προσωπικότητες
από την τεχνολογία, τις επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και την πολιτική. Μεταξύ
άλλων, ο Γάλλος νομπελίστας οικονομολόγος, Φιλίπ Αγκιόν, ο πρώην πρόεδρος της
Εσθονίας, Τόμας Χέντρικ Ίλβες, αλλά και στελέχη επιχειρήσεων, όπως ο Ξαβιέρ Νιλ
της Iliad, ο Τόμπι Λύτκε της Shopify, ο Νίκλας Ζένστρεμ της Atomico και ο πρώην
Γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρυνό ΛεΜερ. Σημαντική – λόγω Ντράγκι – είναι και
η ιταλική παρουσία, με τον Αντρέα Πινιατάρο του ION Group, τη Λουκρητία Ράιχλιν
και τον Φραντσέκο Γκιαβάτσι, ενώ εκτελεστικός διευθυντής του σχήματος
αναλαμβάνει ο Ισπανός οικονομολόγος και πρώην ευρωβουλευτής, Λουίς Γαριθάνο.
Το μεγάλο στοίχημα για το νέο δημιούργημα του Ντράγκι είναι αν αυτή η συμμαχία ισχυρών προσωπικοτήτων μπορεί να προσφέρει στην Ευρώπη αυτό που της λείπει περισσότερο. Δεν έχει δηλαδή νόημα να είναι άλλη μία έκθεση που θα περιγράφει τα προβλήματα, αλλά ν’ αποτελέσει έναν μηχανισμό που θα πιέσει για αποφάσεις τη «γραφειοκρατία των Βρυξελλών». Από την ενιαία αγορά και την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε κεφάλαια μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, την ενέργεια και την αμυντική βιομηχανία, η συζήτηση αφορά πλέον την ίδια την οικονομική ισχύ της Ευρώπης. Το μήνυμα του Rhine Group είναι επομένως σαφές: η ευρωπαϊκή υστέρηση δεν είναι μονόδρομος. Προϋπόθεση όμως είναι η Ευρώπη να κινηθεί γρήγορα, να περιορίσει τον κατακερματισμό της και να αποφασίσει αν θέλει να παραμείνει μια μεγάλη αγορά ή να ξαναγίνει μεγάλη οικονομική και τεχνολογική δύναμη.