Στη χθεσινή (22/09) του ομιλία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Εμανουέλ Μακρόν επανήλθε στο ζήτημα της Γάζας, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «ένα θέαμα που μας ντροπιάζει όλους».

Αμφισβήτησε επίσης τους ισχυρισμούς περί επίτευξης ειρήνης. Είχε προηγηθεί, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους από τη Γαλλία, που παρουσιάστηκε ως προσπάθεια διάσωσης της λύσης των δύο κρατών και τερματισμού του πολέμου στη Γάζα. Έναν χρόνο αργότερα, ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτής της πρωτοβουλίας παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένα.

Πέρα από τις ανθρωπιστικές διακηρύξεις, η γαλλική πολιτική στη Μέση Ανατολή συνδέεται άμεσα με την εξυπηρέτηση σημαντικών γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων του Παρισιού στον αραβικό κόσμο.

Χαρακτηριστική είναι η σχέση με το Κατάρ. Τον Φεβρουάριο του 2024, η Ντόχα δεσμεύθηκε να επενδύσει 10 δισεκατομμύρια ευρώ στη Γαλλία έως το 2030. Σύμφωνα με έρευνα της Le Monde, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, καταριανές οικογένειες και επενδυτικά κεφάλαια ελέγχουν περισσότερο από το 20% των προσόψεων των ακινήτων στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων (Avenue des Champs-Élysées). Στην καταριανή οικονομική παρουσία προστίθεται η ιδιοκτησία της Παρί Σεν Ζερμέν. Πρόκειται για ένα εκτεταμένο πλέγμα οικονομικών σχέσεων, το οποίο αποτελεί σημαντική παράμετρο της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής.

Η συνεργασία της Γαλλίας με τη Σαουδική Αραβία αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι δύο χώρες συνδιοργάνωσαν, τον Ιούλιο του 2025, διεθνή διάσκεψη στον ΟΗΕ, από την οποία προέκυψε η Διακήρυξη της Νέας Υόρκης για την ειρηνική διευθέτηση του Παλαιστινιακού και την εφαρμογή της λύσης των δύο κρατών. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, η Διακήρυξη εγκρίθηκε με 142 ψήφους, συγκεντρώνοντας την υποστήριξη δημοκρατικών αλλά και αυταρχικών, αντιισραηλινών (αντισημιτικών) καθεστώτων. Η πρωτοβουλία, βέβαια, δεν κατάφερε να επιτύχει καμία ουσιαστική πρόοδο στις διαπραγματεύσεις. Ο συμβολισμός της αναγνώρισης δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχα διπλωματικά αποτελέσματα.

Πέρα από τη διπλωματική συνεργασία, η Γαλλία και η Σαουδική Αραβία συνδέονται με σημαντικά οικονομικά συμφέροντα. Οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών ξεπερνούν τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι γαλλικές εξαγωγές έφτασαν τα 3,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, με κυρίαρχη την αεροναυπηγική βιομηχανία, ενώ οι δύο χώρες συνεργάζονται επίσης στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών και της άμυνας.

Στο εσωτερικό της Γαλλίας, οι πολιτικές σκοπιμότητες είναι εξίσου εμφανείς. Η χώρα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους μουσουλμανικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία, περίπου το 10% των κατοίκων ηλικίας 18–59 ετών δήλωνε μουσουλμανικό θρήσκευμα. Η μουσουλμανική κοινότητα, που εκτιμάται σε περίπου 6 εκατομμύρια ανθρώπους, είναι αριθμητικά πολύ μεγαλύτερη από την εβραϊκή, η οποία υπολογίζεται σε περίπου 400.000. Πρόκειται, επομένως, για μια τεράστια δεξαμενή ψήφων. Η θέση του Παρισιού απέναντι στη Γάζα είναι, συνεπώς, και για εσωτερική κατανάλωση.

Παράλληλα, ο Μακρόν πλησιάζει στο τέλος μιας βαθιά αμφισβητούμενης προεδρίας. Το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ, η ανεργία αυξήθηκε και το ποσοστό του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας ξεπέρασε το 15%. Η μετανάστευση και η ανασφάλεια εξακολουθούν επίσης να προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις στη γαλλική κοινωνία.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ifop, που δημοσιεύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2026, μόλις το 17% των Γάλλων δήλωνε ικανοποιημένο από τον πρόεδρό του, ενώ το 55% εμφανιζόταν εξαιρετικά δυσαρεστημένο. Ενόψει των προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027, στις οποίες ο ίδιος δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη διαδοχική θητεία, η πολιτική του παρακαταθήκη αποτελεί ξεκάθαρα αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης.

Πίσω, λοιπόν, από την ανθρωπιστική ρητορική του Μακρόν βρίσκεται μια άλλη πραγματικότητα, πολύ πιο κυνική και εγωιστική: να σώσει ό,τι μπορεί πριν φύγει. Και η Γάζα «πουλάει»!