Δευτερολογία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στη διάρκεια συζήτησης στην επίκαιρη ερώτηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Νίκου Ανδρουλάκη για την κυβερνητική πολιτική στον τομέα της ενέργειας.

«Αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί σας τόσο χειρότερο για τους αριθμούς κ. Ανδρουλάκη», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη δευτερολογία του, απαντώντας στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Ο πρωθυπουργός τόνισε πως «οδηγήσαμε σταθερά τη χώρα να προσεγγίσει τις τιμές στη χονδρική» και πως αυτό έχει αντίκτυπο και στις τιμές της λιανικής. «Είναι πολύ ακριβή η παραγωγή του λιγνίτη και η μόνη περίπτωση να χρησιμοποιηθεί είναι σε πραγματικά μεγάλη ανάγκη», συνέχισε ο κ. Μητσοτάκης.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε επίσης στο λελογισμένο μείγμα φωτοβολταϊκών και αιολικών. «Το 50% της παραγωγής των ΑΠΕ είναι από τον ΔΕΔΗΕ, όχι από τον ΑΔΜΗΕ. Είναι ψέμα αυτό που λέτε κ. Ανδρουλάκη ότι ο ενεργειακός χώρος καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από μεγάλες επενδύσεις», συμπλήρωσε.

Αναφερόμενος στο φυσικό αέριο τόνισε ότι οι ρυθμοί της πράσινης μετάβασης τίθενται σε αμφισβήτηση στην Ευρώπη και πως αυτός ο προβληματισμός είναι υγιής. «Η Ελλάδα πλήττεται από την κλιματική κρίση. Θέλουμε πράσινη μετάβαση που θα μας οδηγήσει το 2050 στην κλιματική ουδετερότητα. Το ερώτημα είναι ποιος θα επωμιστεί το κόστος. Θα γίνει εις βάρος της ανταγωνιστικότητας, της κοινωνικής συνοχής; Θα εξακολουθεί η Ευρώπη να μην είναι ανταγωνιστική στις τιμές ρεύματος με επιλογές πιο ακριβές; Η αλήθεια είναι ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις λένε ότι είναι θεμιτοί οι στόχοι της πράσινης μετάβασης αλλά να είμαστε πιο προσεχτικοί στους τομείς της οικονομίας όπου η απανθρακοποίηση θα οδηγήσει σε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση», επισήμανε.

Στηρίζουμε τα νοικοκυριά

Σε άλλο σημείο της δευτερολογίας του ο πρωθυπουργός είπε ότι «για την κυβέρνηση το κόστος ζωής είναι η πρώτη προτεραιότητα. Υπάρχουν πολλά ελληνικά νοικοκυριά που τα βγάζουν δύσκολα. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση υλοποιεί συνετή οικονομική πολιτική που επιτρέπει να στηρίζουμε αυτά τα νοικοκυριά». Αναφέρθηκε επίσης στις αυξήσεις που δόθηκαν. «Η στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος είναι ο μόνος τρόπος για να τείνουμε ένα χέρι στήριξης στους πολίτες που δοκιμάζονται. Αυτή η κυβέρνηση επέστρεψε ένα ολόκληρο νοίκι τον Νοέμβριο. Έχουμε 45 διαφορετικές δράσεις για τη στέγη. Μην κουνάτε το δάκτυλο σε αυτή την κυβέρνηση για το θέμα της ακρίβειας. Δεν υπερηφανευόμαστε, ούτε πανηγυρίζουμε. Αλλά αυτή η κυβέρνηση πετυχαίνει δημοσιονομικούς στόχους και έχει ικανό πλεόνασμα που επιστρέφει στην κοινωνία ως μέτρα στήριξης. Στα τέλη Μαρτίου το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποφασίσει μία ακόμα αύξηση του κατώτατου μισθού. Ο στόχος που είχαμε θέσει και είχαμε δεσμευτεί ότι το 2027 ο κατώτατος μισθός θα έχει πάει από τα 680 ευρώ στα 950, θα τηρηθεί στο ακέραιο», υπογράμμισε.

«Είχατε προαναγγείλει προ ημερησίας συζήτηση για το κράτος δικαίου. Η πρότασή σας γίνεται αποδεκτή. Καταθέστε να τα συζητήσουμε και να αναμετρηθούμε εκεί που πρέπει, εδώ στο ελληνικό κοινοβούλιο», πρόσθεσε απευθυνόμενος στον Νίκο Ανδρουλάκη.

Όλη η δευτερολογία

Αναλυτικά ο πρωθυπουργός τόνισε στη δευτερολογία του:

Αν οι αριθμοί δεν συμφωνούν μαζί σας, τόσο χειρότερο για τους αριθμούς, κ. Ανδρουλάκη. Λοιπόν, πάμε πάλι. Το 2019, κ. Ανδρουλάκη, η χώρα μας είχε την ακριβότερη τιμή χονδρικής. Αυτή είναι η κατάσταση την οποία παραλάβαμε. Οδηγήσαμε τη χώρα μας σταδιακά στο να προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρική. Και αυτό είναι κάτι το οποίο προφανώς αποτυπώνεται και στη λιανική, διότι όσο πέφτουν οι τιμές στη χονδρική τόσο πέφτουν και οι τιμές στη λιανική. Θέλω να θυμίσω ότι η διαφορά μεταξύ των δύο συμπεριλαμβάνει φόρους, χρεώσεις δικτύων, διότι κάπως πρέπει να πληρωθούν οι επενδύσεις στα δίκτυα τα οποία γίνονται, αυτές είναι ρυθμιζόμενες χρεώσεις, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και μια σειρά από άλλα τέλη. Θα το ξαναπώ, λοιπόν: το σωστό μείγμα πολιτικής για τη χώρα είναι ένα μείγμα το οποίο θα προτάσσει τη γρήγορη είσοδο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο σύστημα, τις επενδύσεις στα δίκτυα και συμπληρωματικά, ως καύσιμο βάσης, η χώρα επιλέγει το φυσικό αέριο.

Κύριε Ανδρουλάκη, δεν ξέρω ποιος σας ενημερώνει για τα ζητήματα τα ενεργειακά, δεν χρειάζεται καμία παράταση η «Πτολεμαΐδα 5». Δεν λειτουργεί γιατί δεν βγάζει λεφτά. Είναι τόσο απλό. Είναι πολύ ακριβή η παραγωγή του λιγνίτη και η μόνη περίπτωση να χρησιμοποιηθεί μία τέτοια μονάδα είναι σε περίπτωση που πραγματικά υπάρχει έντονη ανάγκη και δεν υπάρχει επάρκεια ηλεκτρικού ρεύματος.

Συμφωνείτε -θα σας ξαναρωτήσω, δεν θα έχετε την ευκαιρία να απαντήσετε σήμερα- με τον κεντρικό άξονα της πολιτικής μας, που λέει: θέλουμε να αυξήσουμε τη διείσδυση των ανανεώσιμων; Τι ανανεώσιμες θέλουμε; Να το εξηγήσουμε και αυτό. Θέλουμε ένα λελογισμένο μείγμα φωτοβολταϊκών και αιολικών, διότι οι δύο πηγές μπορεί να είναι συμπληρωματικές. Πού θέλουμε να μπουν αυτά τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά; Θα τα προσδιορίσουμε με απόλυτη σαφήνεια στο χωροταξικό για τις ΑΠΕ, το οποίο θα μας δώσει τη δυνατότητα να βάλουμε και μία σειρά από πρόσθετους περιβαλλοντικούς περιορισμούς.

Η πολιτική της κυβέρνησης είναι σαφής: δεν θέλουμε αιολικά σε ψηλά βουνά, δεν θέλουμε αιολικά σε ευαίσθητα οικοσυστήματα, θέλουμε να συγκεντρώνουμε τα αιολικά πάρκα σε εκείνες τις περιοχές όπου έχουμε αποδοχή από τις τοπικές κοινότητες. Αυτή είναι και η κεντρική γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία μιλάει για «go-to-areas», όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Και θέλουμε να διασπείρουμε τα φωτοβολταϊκά μας, θέτοντας κάποια απόλυτα όρια ως προς το ποσοστό της έκτασης που θα καλύπτει το φωτοβολταϊκό ως ποσοστό μιας συνολικής περιφερειακής ενότητας. Έχουμε, λοιπόν, μία πολύ συγκεκριμένη προσέγγιση.

Και μιας και λέτε συνέχεια για τις ενεργειακές κοινότητες, το γνωρίζετε, κ. Ανδρουλάκη, ότι το 50% της παραγωγής των ΑΠΕ στη χώρα μας είναι από τον ΔΕΔΔΗΕ, όχι από τον ΑΔΜΗΕ; Τι σημαίνει αυτό; Ότι είναι μικρά, 100.000 μικροί και μεσαίοι παραγωγοί οι οποίοι «κουμπώνουν» στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ και όχι του ΑΔΜΗΕ. Άρα, είναι ψέμα αυτό το οποίο λέτε ότι ο ενεργειακός χώρος καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από μεγάλες επενδύσεις. Προφανώς θέλουμε και πολλές μεγάλες επενδύσεις, διότι δεν νομίζω ότι θα πάει κάποιος να βάλει μια μικρή ανεμογεννήτρια στο χωράφι του για να παράγει ηλεκτρική ενέργεια για να στηρίξει το ρεύμα, λοιπόν, για να στηρίξει συνολικά το δίκτυο. Η αυτοπαραγωγή είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία. Ερχόμαστε τώρα, λοιπόν, στο φυσικό αέριο.

Η πραγματικότητα, κ. Ανδρουλάκη, στην Ευρώπη σήμερα είναι ότι οι ρυθμοί της πράσινης μετάβασης τίθενται σε αμφισβήτηση. Και πιστεύω ότι αυτός ο προβληματισμός είναι κατά βάση ένας υγιής προβληματισμός. Τον έχω εκθέσει και εγώ, μέσω αρθρογραφίας μου και μέσω παρεμβάσεών μου, αρκετά συχνά το τελευταίο διάστημα. Γιατί το λέω αυτό; Προφανώς, η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία πλήττεται από την κλιματική κρίση. Είμαστε εξαιρετικά ευαισθητοποιημένοι ως προς τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και θέλουμε μια πράσινη μετάβαση η οποία θα μας οδηγήσει, ναι, τελικά το 2050 στην κλιματική ουδετερότητα.

Το ερώτημα, όμως, το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει όλους είναι ποιος θα επωμιστεί το κόστος από αυτή την πράσινη μετάβαση. Θα γίνει αυτή η πράσινη μετάβαση εις βάρος της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεών μας; Θα γίνει αυτή η πράσινη μετάβαση εις βάρος της κοινωνικής συνοχής; Θα εξακολουθεί η Ευρώπη, θύμα παλιών εξαρτήσεων, να μην είναι ανταγωνιστική ως προς τις τιμές ρεύματος γιατί επιλέγει να κάνει κάποιες επιλογές οι οποίες -να το πω πολύ απλά- είναι πιο ακριβές απ’ ό,τι η ευρωπαϊκή κοινωνία είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει;

Η αλήθεια, λοιπόν, κ. Ανδρουλάκη, είναι ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις -και νομίζω ότι αυτή η άποψη αποτυπώνει και την πλειοψηφία των συναδέλφων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο- έρχονται και λένε: θεμιτοί οι στόχοι της πράσινης μετάβασης, να ενθαρρύνουμε τις τεχνολογίες όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, η αποθήκευση, που είναι σήμερα ώριμες και είναι τεχνολογίες οι οποίες έχουν πλεονέκτημα κόστους, αλλά να είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί σε εκείνους τους τομείς της οικονομίας μας όπου η απανθρακοποίηση θα οδηγήσει σε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση. Αυτή είναι η ουσιαστική συζήτηση την οποία πρέπει να έχουμε κανονικά σήμερα στο Κοινοβούλιο. Διότι η χώρα θα κληθεί να προσδιορίσει και τη δική της θέση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γύρω από αυτό το απολύτως κρίσιμο ζήτημα. Να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, το οποίο αφορά και έναν κλάδο ο οποίος είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικός παγκοσμίως: η ναυτιλία μας.

Αυτή τη στιγμή η ναυτιλία καλείται να πληρώνει πρόσθετους φόρους απανθρακοποίησης. Τεχνολογία για το πλήρες «πρασίνισμα» της ναυτιλίας σήμερα δεν υπάρχει ακόμα. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό είναι εφικτό και πότε θα μπορεί να πραγματοποιηθεί. Είμαστε, λοιπόν, εμείς διατεθειμένοι ως Ελλάδα να βάλουμε πρόσθετες επιβαρύνσεις στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή ναυτιλία για να αναζητήσουμε έναν στόχο ο οποίος ακόμα σήμερα δεν είναι τεχνολογικά εφικτός και ταυτόχρονα να ανεχόμαστε, προσέξτε, άλλες οικονομίες, άλλες χώρες, η Κίνα, ας πούμε, να μην έχει καμία επιβάρυνση στη δική της ναυτιλία. Η δική μας απάντηση είναι ξεκάθαρα «όχι». Όταν η ναυτιλία σήμερα μεταφέρει το 90% του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά παράγει λιγότερο από το 3% των παγκοσμίων εκπομπών, το να πάμε και να προτεραιοποιήσουμε τη ναυτιλία και να πούμε «ντε και καλά, θα κάνουμε το “πρασίνισμα” της ναυτιλίας εις βάρος της ελληνικής ναυτιλίας» θα ήταν μία λάθος επιλογή.

Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε, λοιπόν, να μην κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. ETS, ETS2. Γνωρίζετε τι είναι το ETS2, φαντάζομαι, «Emissions Trading System 2». Είναι η επιβάρυνση την οποία θα υποστούν νοικοκυριά από την εισαγωγή φορολόγησης άνθρακα στη θέρμανση των σπιτιών και στη μετακίνηση των πολιτών με επιβολή, ουσιαστικά, ενός πρόσθετου φόρου στη βενζίνη και στο ντίζελ. Ένα μέτρο το οποίο υπό προϋποθέσεις μπορεί να ενθαρρύνει πολίτες να πάνε προς την ηλεκτροκίνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση, όμως, αγωνίστηκε και πέτυχε να μετατεθεί το ETS2 τουλάχιστον για έναν χρόνο, μέχρι το 2028, και ενδεχομένως να χρειαστεί και μία συνολική επαναξιολόγησή του.

Διότι όταν η Ευρώπη παράγει συνολικά…. (Ομιλίες εκτός μικροφώνου) Τι είπατε; Εμείς ψηφίσαμε υπέρ, πάντως. Και βεβαίως, και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ψήφισε υπέρ, κ. Ανδρουλάκη. Βεβαίως και ψήφισε υπέρ.

Αυτά, λοιπόν, είναι κρίσιμα ζητήματα τα οποία αφορούν τελικά και το ζήτημα της ακρίβειας. Θα κάνω μία αναφορά στο θέμα αυτό. Κοιτάξτε, κ. Ανδρουλάκη, έχω πει πολλές φορές ότι για την κυβέρνηση το κόστος ζωής είναι η πρώτη προτεραιότητα. Και ο λόγος που το επαναλαμβάνω και σήμερα είναι διότι καταλαβαίνουμε απόλυτα ότι υπάρχουν πολλά ελληνικά νοικοκυριά τα οποία τα βγάζουν πέρα δύσκολα σήμερα.

Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η κυβέρνηση υλοποιεί μία συνετή δημοσιονομική πολιτική, η οποία μας επιτρέπει ακριβώς αυτά τα νοικοκυριά να τα στηρίζουμε. Από τα τέλη του περασμένου έτους και από τα τέλη Ιανουαρίου, οι μισθωτοί, κ. Ανδρουλάκη, είδαν πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς τους ως αποτέλεσμα της φορολογικής μεταρρύθμισης την οποία ψήφισε αυτή η κυβέρνηση με τον προϋπολογισμό του 2025. Αυτό δεν είναι έμπρακτη στήριξη, κ. Ανδρουλάκη, απέναντι στο πρόβλημα της ακρίβειας; Η στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος μέσα από φορολογικές μειώσεις και μέσα από ονομαστικές αυξήσεις μισθών είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούμε πράγματι να τείνουμε ένα χέρι στήριξης στους πολίτες οι οποίοι σήμερα δοκιμάζονται.

Δεν θα αναφερθώ σήμερα εκτενώς στα θέματα τα οποία έχουν να κάνουν με τη στέγη. Όμως, αυτή η κυβέρνηση ήρθε και επέστρεψε, κ. Ανδρουλάκη, ένα ολόκληρο νοίκι σε όλους όσοι νοικιάζουν σπίτι τον περασμένο Νοέμβριο και θα το ξανακάνει και φέτος τον Νοέμβριο. Είναι λύση στο πρόβλημα αυτοτελώς; Όχι, δεν είναι λύση. Αλλά πρόβλημα στέγης αντιμετωπίζουν σήμερα όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες και η βασική μας προτεραιότητα δεν είναι μόνο να στηρίξουμε τη ζήτηση, αλλά να αυξήσουμε και την προσφορά. Γι’ αυτό και δίνουμε τόσο μεγάλη έμφαση και σε προγράμματα τα οποία έχουν να κάνουν με τον εκσυγχρονισμό των διαμερισμάτων και με τη δυνατότητα να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τα εκατοντάδες χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα τα οποία υπάρχουν. Έχουμε 45 διαφορετικές δράσεις για τη στέγη, κ. Ανδρουλάκη, τις οποίες αυτή τη στιγμή αυτή η κυβέρνηση υλοποιεί. Οπότε, μην κουνάτε το δάχτυλο σε αυτή την κυβέρνηση για το θέμα της ακρίβειας. Ξέρουμε πολύ καλά τι είναι αυτό το οποίο έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Το αντιμετωπίζουμε με πολύ σεβασμό απέναντι στους πολίτες οι οποίοι δυσκολεύονται. Δεν υπερηφανευόμαστε για την πολιτική μας ούτε πανηγυρίζουμε. Δεν μπορούμε, όμως, να μην εκφράσουμε ικανοποίηση για το γεγονός ότι σήμερα, κ. Ανδρουλάκη, αυτή η κυβέρνηση, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, βρίσκεται στην ευχάριστη θέση και να πετυχαίνει τους δημοσιονομικούς της στόχους και ταυτόχρονα να έχει ένα ικανό πλεόνασμα, το οποίο να μπορεί να επιστρέφει στην κοινωνία ως μέτρα στήριξης, είτε μιλάμε για μειώσεις φόρων είτε μιλάμε για αυξήσεις μισθών.

Ανοίγω μία παρένθεση: στα τέλη Μαρτίου το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποφασίσει και θα υλοποιήσει μία ακόμα αύξηση του κατώτατου μισθού. Δεν είμαι σε θέση αυτή τη στιγμή να την προσδιορίσω με ακρίβεια. Μπορώ να σας πω, όμως, με απόλυτη βεβαιότητα και με απόλυτη σιγουριά, ότι ο στόχος τον οποίο είχαμε θέσει και για τον οποίο είχαμε δεσμευτεί στους Έλληνες πολίτες, ότι το 2027 ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας θα έχει πάει από τα 680 ευρώ που τον βρήκαμε στα 950 ευρώ, η δέσμευσή μας αυτή θα τηρηθεί στο ακέραιο.

Τώρα, μια κουβέντα για το τελευταίο ζήτημα το οποίο θέσατε. Φαντάζομαι ότι θα προκαλέσετε ούτως ή αλλιώς συζητήσεις για το θέμα αυτό. Είχατε ήδη προαναγγείλει μία πρόταση για προ ημερησίας συζήτηση για το κράτος δικαίου, έτσι δεν είναι; Μάλιστα. Την είχατε προαναγγείλει, λοιπόν, πριν από έναν μήνα. Ακόμα την περιμένουμε. Λοιπόν, εγώ σας λέω προκαταβολικά, η πρότασή σας γίνεται αποδεκτή. Καταθέστε πρόταση για το κράτος δικαίου, συνολικά, να έρθουμε εδώ να τα συζητήσουμε όλα, να δούμε την πρόοδο την οποία έχουμε πετύχει, να δούμε τα θέματα στα οποία υστερούμε και μετά να αναμετρηθούμε για ακόμα μία φορά εκεί που πρέπει, εδώ στο ελληνικό Κοινοβούλιο.