Για τη σοβαρότητα του προβλήματος της λειψυδρίας, την απόφαση να κηρυχθεί η Αττική σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα όρια αλλά και τις δυνατότητες της αφαλάτωσης, τοποθετήθηκε ο καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών και πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας,

Όπως τόνισε ο κ. Λέκκας, η ανησυχία για την κατάσταση των υδάτινων πόρων υπήρχε εδώ και χρόνια, ωστόσο «κανείς δεν φανταζόταν ότι τα τελευταία δύο έτη θα φτάναμε σε αυτό το σημείο». Η ουσιαστική απουσία βροχοπτώσεων οδήγησε στη σημερινή εικόνα, καθιστώντας αναγκαίο έναν στοχευμένο σχεδιασμό, ο οποίος –όπως υπογράμμισε– κινείται στη σωστή κατεύθυνση, ώστε να αποφευχθούν σοβαρές δυσκολίες μέσα στην επόμενη διετία.

Διαφορετικές ανάγκες ανά περιοχή και η πίεση στους υδροφορείς

Αναφερόμενος στη γενικότερη διαχείριση των υδάτινων πόρων, επισήμανε ότι κάθε περιοχή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Στα νησιά, όπου το πρόβλημα είναι έντονο, η ανεξέλεγκτη άντληση από υπόγειους υδροφορείς δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί, ειδικά όταν αφορά χρήσεις όπως ο ανεφοδιασμός πισίνων. Τόνισε πως το ζήτημα είναι σύνθετο και απαιτεί παρεμβάσεις τόσο σε οριζόντιο όσο και σε κατακόρυφο επίπεδο.

Η σημασία των υπόγειων υδάτων και η ανάγκη συντονισμένων παρεμβάσεων

Ο κ. Λέκκας δήλωσε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης υπόγειων νερών, αλλά αυτό πρέπει να γίνει μέσα από συλλογικό σχεδιασμό και όχι από μεμονωμένες πρωτοβουλίες, όπως ιδιωτικές γεωτρήσεις. Υπάρχουν περιοχές τόσο στην Αττική όσο και σε πολλά νησιά όπου ο υδροφόρος ορίζοντας δεν έχει εξαντληθεί ωστόσο, πριν φτάσουμε σε λύσεις όπως αφαλάτωση ή φράγματα, πρέπει να προηγηθεί στοχευμένη αξιολόγηση και δράση.

Υπενθύμισε ότι σε αρκετά νησιά, παρά την ύπαρξη ταμιευτήρων, αυτοί δεν λειτουργούν πλέον, καθώς δεν υπάρχει επαρκής ποσότητα νερού. Γι’ αυτό απαιτούνται έργα εμπλουτισμού υπόγειων υδροφορέων, ιδιαίτερα μετά από μεγάλες πυρκαγιές, ώστε να αυξηθούν τα διαθέσιμα αποθέματα. «Οι υπόγειοι υδροφορείς είναι οι μεγαλύτεροι φυσικοί ταμιευτήρες», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

Αφαλάτωση: Χρήσιμη αλλά όχι απλή λύση

Μιλώντας για την αφαλάτωση, ο καθηγητής προειδοποίησε ότι δεν αποτελεί εύκολη ή ανεπιφύλακτη λύση. Παρόλο που η επιβάρυνση στο θαλάσσιο περιβάλλον είναι συγκεκριμένη και σε ένα βαθμό ελεγχόμενη, το σοβαρότερο ζήτημα αφορά την κατανάλωση ενέργειας.

Η υψηλή ενεργειακή ζήτηση οδηγεί σε αυξημένη παραγωγή ενέργειας· όταν αυτή δεν προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, τότε υπάρχει σημαντική συμβολή σε εκπομπές αερίων, επιδεινώνοντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου και ενισχύοντας την κλιματική κρίση.

Για αυτό, σύμφωνα με τον κ. Λέκκα, οι αφαλατώσεις πρέπει να υλοποιούνται με μεγάλη προσοχή και στο πλαίσιο ενός συνεκτικού τοπικού σχεδίου, προσαρμοσμένου στις ανάγκες κάθε νησιού ή περιοχής. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να συνδυάζει επιφανειακά νερά, υπόγεια αποθέματα και –όπου κρίνεται αναγκαίο– την αφαλάτωση.

Ολοκληρώνοντας, ο κ. Λέκκας ανέφερε ότι η κατάσταση θα μπορούσε να βελτιωθεί αν συνεχιστούν οι πρόσφατες βροχοπτώσεις, οι οποίες εμφανίζονται ενισχυμένες ακόμη και στο Αιγαίο. Παρότι αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη, προειδοποίησε ότι «δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό».