Δεν ξέρω πόσοι πιστεύουν ότι η κυβέρνηση λίγους μήνες πριν από τις εκλογές δεν τα δίνει όλα σε όλους για κάποιους δήθεν ιδεοληπτικούς λόγους, όπως υποστηρίζει η αντιπολίτευση.

Ότι δεν ανοίγει, δηλαδή, το πουγκί να μοιράσει αυτά που έχει διότι –πάντα όπως υποστηρίζει η αντιπολίτευση– θέλει να εξυπηρετήσει τα… συμφέροντα, τα ανώνυμα και αόρατα καρτέλ που δεν κατονομάζονται και γενικότερα την αποκαλούμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Εντάξει, υπάρχουν και αυτοί που και τα πιστεύουν και υπερθεματίζουν, αλλά ας σκεφτούμε λίγο για ποιους λόγους μπορεί μια κυβέρνηση που επιδιώκει την ανανέωση της θητείας της να μη μοιράζει λεφτά από το ελικόπτερο. Να μην τάζει τα πάντα στους πάντες και, κυρίως, να μη δίνει τα πάντα σε όλους, αλλά να επιλέγει μια διαχείριση των πόρων που διαθέτει.

Ο δημοσιονομικός χώρος και τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν είναι κάποιο εφεύρημα της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι μια πραγματικότητα. Το να ξεφύγεις από αυτά τα περιθώρια δεν είναι απλό. Και δεν αφορά μόνο ότι θα κατεδαφιστεί έτσι το οικοδόμημα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια και έχει φέρει τη χώρα στην ανάπτυξη εν μέσω μάλιστα διεθνών κρίσεων. Να μειώνει δηλαδή φόρους ενισχύοντας το εισόδημα και να αυξάνει δαπάνες την ώρα που χώρες κραταιές και οικονομικές ισχυρές της ΕΕ αυξάνουν φόρους και μειώνουν τις δαπάνες.

Ήδη η κυβέρνηση στο πλαίσιο του δημοσιονομικού χώρου που διαμορφώθηκε προχώρησε σε παροχές –και δεν μιλάμε για τα καύσιμα και την ενέργεια– που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ και τίθενται σε εφαρμογή. Θα ψηφιστούν στη Βουλή και θα ψηφιστούν και από άλλα κόμματα. Για παράδειγμα, ο Νίκος Ανδρουλάκης μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ την Τετάρτη δήλωσε πως θα ψηφίσει ό,τι δίνει έστω και το ελάχιστο στους πολίτες. Το έκανε και πέρυσι αφού πριν σύσσωμη η αντιπολίτευση κατηγγείλε την κυβέρνηση και κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι δίνει ψίχουλα.

Με απλά λόγια, ο δημοσιονομικός χώρος που δημιουργήθηκε χρησιμοποιήθηκε με την επιστροφή στους πολίτες μέσω των μέτρων που ανακοινώθηκαν και αφορούν το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών της χώρας.

Και μιλάμε για σειρά μόνιμων μέτρων που ήρθαν να προστεθούν σε αυτά που ήδη έχουν εφαρμοστεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την επιστολή του στην πρόεδρο της Κομισιόν ζητά να ληφθούν αποφάσεις για να χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος των προβλεπόμενων εσόδων για τη στήριξη των πολιτών εν μέσω κρίσης, χωρίς να προσμετρώνται στις δημοσιονομικές δαπάνες.

Οι ατάκες περί μείωσης των φόρων –του ΕΦΚ και του ΦΠΑ στα καύσιμα– μπορεί να ακούγονται ωραία και να χαϊδεύουν αυτιά, το θέμα είναι κατά πόσο θα συνέβαλαν σε μεγαλύτερη ανακούφιση των πολιτών από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, δηλαδή τη μείωση στην αντλία του πετρελαίου θέρμανσης κατά 40 λεπτά, την παράταση στην επιδότηση του πετρελαίου κίνησης που είναι 20 λεπτά, αλλά και της βενζίνης που είναι 10 λεπτά στο λίτρο.

Το ερώτημα τώρα είναι πού θα μπορούσε να βρει τα λεφτά η αντιπολίτευση για να υλοποιήσει αυτά που λέει. Το παραμύθι ότι η κυβέρνηση εξυπηρετεί τα συμφέροντα και όχι τον λαό –που στο τέλος της ημέρας ζητά την ψήφο του– δεν έχει δράκο. Έχει όμως δράκο το αφήγημα του «λεφτά υπάρχουν» αφού πρέπει να γίνει γνωστό πού θα βρεθούν τα λεφτά, με τι θα αντισταθμιστεί το κόστος που θα προκύψει (λέγε με νέοι φόροι).

Και όλα αυτά με ένα δεδομένο: Ότι κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει αυτή η κρίση.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»